ΘΕΑΤΡΟ

Ανάσταση εαυτών, ουίσκι μετ’ αλλήλων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Αιμίλιος Χειλάκης, Νίκος Ψαρράς. Αναζητούν μια νέα, απαλλαγμένη από κρίματα και εκκρεμότητες ζωή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχει πάντα κάτι συγκινητικό όταν βλέπεις καλλιτέχνες της ίδιας γενιάς επί σκηνής. Μπορείς να φανταστείς πόσο δρόμο διήνυσαν, πόσο έχουν μπροστά τους να διαγράψουν, τι συνέβη στο μεταξύ και άλλαξαν τόσα και πώς γίνεται να μην έχει αλλάξει τίποτα... Σε μια τέτοια κατηγορία, της μιας γενιάς επί σκηνής, που δεν ανήκει στους μεγάλους μα ούτε, εδώ και καιρό, στους «νέους», που εξελίσσεται και εδραιώνεται και παίρνει θέση, ανήκει ο θίασος του «Φάρου». Μεταξύ ωριμότητας και ύστερης νεότητας, ανάμεσα στις όχθες του σωρευμένου ρεπερτορίου και «της προσεκτικής επιλογής από εδώ και πέρα», οι Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Αιμίλιος Χειλάκης, Νίκος Ψαρράς, αγκαλιασμένοι από τους Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο και Προμηθέα Αλειφερόπουλο, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, συμβάλλουν στις νέες γεφυρώσεις του εμπορικού –συχνά, της μεγάλης παραγωγής, ανεξαρτήτως άλλης αξιολογήσεως– με την υποδειγματική, ζυγισμένη στην εκφορά της, ερμηνεία ρόλων σύγχρονου δραματικού ρεπερτορίου.

Ο –«βαθιά» Ιρλανδός– Κόνορ Μακ Φέρσον, με τον «Φάρο» του, που παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο ασφυκτικά γεμάτο θέατρο «Αθηνών», είναι –και– ψυχόδραμα. Οι πέντε χαρακτήρες, με το ιρλανδικό στερεότυπο του αλκοόλ και των ρωμαιοκαθολικών αναστολών, και τους διάσπαρτους αγγλισμούς της μετάφρασης υπό μάλης, γίνονται οι ίδιοι το κυρίως σκηνικό, αφήνοντας στο ήδη υπάρχον (Αθανασία Σμαραγδή) τον ρόλο του λογικού περιβάλλοντος. Σε μια αναπάντεχη μετατροπή των ηρώων σε οικουμενικούς χαρακτήρες, η σύναξη των τεσσάρων συν ενός (του επιβλητικού –και, ίσως, συχνά «περισσότερου»– Αιμίλιου Χειλάκη) μεταστοιχειώνεται από απλή αναζήτηση αλκοολικών ψευδαισθήσεων σε αναζήτηση μιας νέας, απαλλαγμένης από κρίματα και εκκρεμότητες ζωής.

Ο τυφλός Ρίτσαρντ (Μαρκουλάκης) ξεσπάει για την άδικη ζωή στο ουίσκι και στον αδελφό του Σάρκι (Παπασπηλιόπουλος). Οι δυο τους ενσαρκώνουν μια μεθυσμένη αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που κάνει το «κακό» και δεν το βλέπει –μεταφορά που γίνεται κυριολεξία με την τυφλότητα– και εκείνου βλέπει το «κακό» να γίνεται και απλώς το ακολουθεί κατά πόδας. Μαζί τους, σύντροφοι στον αυτοσαρκασμό και στο κατάμαυρο χιούμορ, το «ναυάγιο της ζωής» Ιβάν (Ψαρράς) και ο λιμοκοντόρος Νίκι (Αλειφερόπουλος), σε μια πανδαισία εξομολόγησης, υπαρξιακής αγωνίας και του «βγάζω τα άπλυτα και τα σώψυχα, τα δικά μου και των άλλων, στη φόρα». Ο σκοτεινός και κυριαρχικός κύριος Λόκχαρτ (Χειλάκης) είναι εκείνη η αδιάγνωστη δύναμη που προσπαθεί και μερικώς καταφέρνει να κάνει τους πάντες μαριονέτες.

Αυτό το «μερικώς» είναι που μοιάζει να διατηρεί την ισορροπία του έργου, το οποίο είναι καθαρά μοιρασμένο στους επιμέρους χαρακτήρες και που ακροβατεί –με ακρίβεια και σιγουριά– στο σχοινί που ενώνει την αφήγηση με την ερμηνεία της. Οσο ο «Φάρος» φτάνει προς την κορύφωσή του, κάτι που «έπιασε» μουσικά ο Μίνως Μάτσας, βλέπεις ότι ο Μαρκουλάκης όντως δεν βλέπει τίποτα, ο Ψαρράς πράγματι δεν μπορεί τίποτα και ο Παπασπηλιόπουλος στ’ αλήθεια δεν ξέρει τίποτα. Την ίδια ώρα, ο Αλειφερόπουλος βάζει πλάτη στο «βάρος» του Χειλάκη και όλοι μαζί, φάρος που παίρνει κι επιστρέφει φως από τη δίψα για ανάσταση εαυτών και ουίσκι μετ’ αλλήλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ