ΜΟΥΣΙΚΗ

Ευαίσθητες ερμηνείες με στυλ και χρώμα

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο διάσημος Βραζιλιάνος τσελίστας Αντόνιο Μενέσες ανέδειξε τις ποιότητες της μουσικής του Κοντσέρτου του Ρόμπερτ Σούμαν (φωτ. Χ. Ακριβιάδης)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Η εμφάνιση του Αντόνιο Μενέσες υπήρξε μία από τις κορυφαίες στιγμές του κύκλου «Για τσέλα και γκάμπες» που διοργάνωσε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο διάσημος Βραζιλιάνος τσελίστας εμφανίστηκε στις 30 Νοεμβρίου ως σολίστ σε συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Βράνου.

Αφιερωμένη στον γερμανικό 19ο αιώνα η βραδιά περιελάμβανε την Εισαγωγή «Εβρίδες» του Μέντελσον, το Κοντσέρτο για τσέλο του Σούμαν και την πρώτη Συμφωνία του Μπραμς.

Στο Κοντσέρτο του Σούμαν, ένα από τα πλέον ιδιαίτερα έργα του είδους, ο Μενέσες ξεχώρισε από την αρχή για τον μαλακό, εκφραστικό του ήχο με τον οποίο απέδωσε το συναισθηματικό βάθος της μουσικής. Στο πρώτο μέρος, ακολουθώντας την οδηγία του συνθέτη για μετριασμένη ταχύτητα, εστίασε στην ξεχωριστή σημασία κάθε φράσης, στις εντάσεις, στο χρώμα και στο βάρος που αντιστοιχούν σε καθεμία. Το σύντομο λυρικό δεύτερο μέρος χαρακτηρίστηκε από εσωτερικότητα και νοσταλγία, καθώς ανέδειξε μία αίσθηση παραίτησης ως βασικό συναίσθημα. Η βαριά διάθεση εκτονώθηκε στο πιο ανάλαφρο, ζωηρό τελευταίο μέρος, για το οποίο ο Μενέσες διέθετε πάνω απ’ όλα τη λεπτότητα της έκφρασης.

Στη συνεργασία της με τον τσελίστα, όπως επίσης συνολικά κατά τη διάρκεια της βραδιάς, η ορχήστρα έδειξε το θετικό της πρόσωπο. Φάνηκε από την πρώτη στιγμή, καθώς διαμόρφωσε τον απαραίτητο διάφανο ήχο και βρήκε την ευγένεια έκφρασης για τη μουσική του Μέντελσον, την Εισαγωγή «Εβρίδες»,
η οποία στην ουσία αποτελεί μικρογραφία συμφωνικού ποιήματος και αποδίδει τα συναισθήματα του συνθέτη από το ταξίδι του στη Σκωτία, ιδιαίτερα την εντύπωση που του προξένησε η «Σπηλιά του Φίνγκαλ» στο νησί Στάφα.

Στη συνέχεια, επιτυχημένη υπήρξε η απόδοση της πρώτης Συμφωνίας του Μπραμς. Ξεχώρισε κυρίως για την ισορροπία που πέτυχε ο Βράνος ανάμεσα στο ρομαντικό και στο κλασικό στοιχείο της μουσικής. Πάθος και ορμή αποκτούσαν διαφορετική ποιότητα χάρη σε ένα ήχο εστιασμένο και καθαρό, όπως επίσης χάρη στη σαφή άρθρωση των επιμέρους ενοτήτων κάθε μέρους. Η σαφήνεια αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα κρίσιμη στο τελευταίο μέρος της Συμφωνίας, που περιλαμβάνει εμφανείς αναφορές σε στοιχεία της πεμπτουσίας του γερμανικού ρομαντισμού, όπως η φύση («αλπικό θέμα»), η θρησκεία («κοράλ») και το μήνυμα συμφιλίωσης της ανθρωπότητας (Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν, «Ωδή στη χαρά»). Η μουσική έρρεε αβίαστα χάρη σε καλά επιλεγμένες πυκνώσεις και αραιώσεις μέσα από την έξυπνη αξιοποίηση δυναμικής και ταχυτήτων, ενώ η τελική κλιμάκωση οδήγησε το έργο στη μεγαλόπρεπη κατάληξή του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ