«Καλώς την! Η γκαλερί είναι ανοιχτή σε όλους. Το σπίτι μου είναι ανοιχτό μόνο σε φίλους. Χαίρομαι που ήρθες». 

Κομψή και όμορφη, η Πέγκυ Ζουμπουλάκη με περίμενε στο κατώφλι με αυτό το τσαχπίνικο χαμόγελο που είχαν κάποτε οι γυναίκες και σήμερα έχει χαθεί από προσώπου γης. Με κάθισε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, μου σέρβιρε καφέ από μια ασημένια τσαγιέρα, μου έδωσε και ένα πεντανόστιμο κομμάτι από σπιτική πασταφλόρα. Για φόντο είχαμε ένα τεράστιο έργο του Γιάννη Μόραλη, την «Πανσέληνο», και απέναντι ένα εντυπωσιακό έργο του Τάκη και ένα νόστιμο βάζο του ντιζάινερ Γκαετάνο Πέσε. Αρχικά είχαμε συμφωνήσει η συνέντευξη να περιστραφεί γύρω από την τέχνη. Όμως, φεύγοντας από το υπέροχο διαμέρισμα της οδού Λυκείου, διαπίστωσα ότι η παλιότερη και πιο αναγνωρίσιμη γκαλερίστα της Αθήνας μού μίλησε για την τέχνη του βίου.

Το σπίτι υπέροχο. Αστόλιστο για τις εορτές: «Μου λένε να βάλω δεντράκι χριστουγεννιάτικο. Μα δεν βάζω, θα μου έρθει τρέλα! Είναι παλιομοδίτικο πράγμα. Μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια», είναι οι πρώτες της κουβέντες. Φυσικό ήταν να τη ρωτήσω πού είναι το κακό στο να θυμάται κανείς εκείνες τις παλιές εποχές. «Θα σου πω. Εγώ δεν έχω χρόνο, αλλά ό,τι έχει μείνει από αυτόν. Κάθε στιγμή είναι πολύτιμη. Γι’ αυτό και με πιάνει δυσφορία όταν ακούω συνεχώς ανθρώπους να γκρινιάζουν. Άλλο η συμπαράσταση σε εκείνους που έχουν πρόβλημα και άλλο ο μηρυκασμός και η συνεχής μιζέρια όταν δεν έχεις να αντιμετωπίσεις κάτι σοβαρό. Αυτούς που κλαίγονται χωρίς λόγο τους αποφεύγω ή αδιαφορώ. Έχω αισίως φτάσει σε μια ηλικία και ο στόχος μου –τώρα και πάντα– ήταν να κάνω μια αληθινή ζωή. Δηλαδή: να μην κάνω προσπάθεια, να μην κάνω δήθεν».

 

Ο Μόραλης και η τούρτα

Κοιτάζουμε μαζί τον πίνακα του Μόραλη. Μου διηγείται μια εκπληκτική ιστορία με μια τούρτα γενεθλίων του καλλιτέχνη, που έμοιαζε με τα γλυπτά των αγγέλων του και την οποία είχε φτιάξει με μεράκι ο Στέλιος Παρλιάρος. Μόλις μπήκε στην γκαλερί ο «δάσκαλος», την πλησίασε πήρε ένα μαχαίρι και άρχισε να αναλύει γιατί οι γραμμές ήταν στραβές και οι αναλογίες λάθος. «Του έλεγα: “Έλα, βρε Γιάννη, δεν θα την πουλήσουμε! Θα τη φάμε!”. Ήταν τόσο παθιασμένος με την τέχνη του. Μου λείπει πολύ. Έδειχνε σνομπ και γυναικάς. Ήταν όμως τρομερά ευαίσθητος. Θα πω κάτι για πρώτη φορά μετά από χρόνια: Είχαμε πάντα στενότατη σχέση που δεν έγινε ποτέ ερωτική. Νομίζω ότι ο Γιάννης κατάλαβε από την αρχή ότι δεν θα κολλούσαμε. Ήμασταν όμως αχώριστοι φίλοι».

Συνεχίζει: «Πιστεύω βαθιά στη φιλία και όλα τα χρόνια της ζωής μου αξιώθηκα να έχω ανθρώπους που μου στάθηκαν σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Ξέρετε ότι διατηρώ ακόμα από το σχολείο μια παρέα συμμαθητριών που κάνουμε απίστευτες πλάκες, σαν να είμαστε μικρά παιδιά; Βρισκόμαστε δυο-τρεις φορές την εβδομάδα και ξεκαρδιζόμαστε. Προχθές, μία από αυτές έκανε ένα πάρτι και μαζευτήκαμε εμείς, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, που κάνουν παρέα μεταξύ τους. Έγινε κυριολεκτικά χαμός από το κέφι. Στη ζωή πρέπει να φροντίζει κανείς να έχει καλές στιγμές, διότι δεν μπορεί να είναι συνεχώς ευχάριστη. Όμως οι καλές στιγμές με αυτούς που αγαπάς και περνάς καλά είναι το μυστικό που σου δίνει τη δύναμη να αντεπεξέλθεις και στις αντιξοότητες».

«Να περνάς καλά και μόνος σου»

Την πειράζω: «Μιλάτε για άντρες με τις συμμαθήτριές σας;». Μου απαντά αμέσως: «Καλέ, σε αυτή την ηλικία τους έχουμε μάλλον διαγράψει. Μιλάμε και γελάμε με τα παλιά και τα τωρινά. Ε, πού και πού μιλάμε και για άντρες. Ξέρεις, έχασα τον άντρα μου όταν εκείνος ήταν μόλις 50 χρονών. Ο Τάσος ήταν ένας τζέντλεμαν. Δυστυχώς αυτό είναι κάτι που χάνεται, το να αγαπάς τις γυναίκες και να είσαι ευγενής μαζί τους, με τρόπους. Επίσης ήταν κούκλος και ήξερε να φέρεται στις γυναίκες. Ήμουν τρομερά ερωτευμένη μαζί του. Ήταν εξαιρετικά ήρεμος, εγώ ήμουν η εριστική. Στον γάμο είναι ωραία η αγάπη και η αφοσίωση, αλλά να μην το παρατραβά κανείς, γιατί μετά από 20 χρόνια γίνεται και κούραση. Χρειάζεται να ξέρεις να αισθάνεσαι καλά και μόνος, να αφήνεις χώρο».

Πίνει δυο γουλιές καφέ και τσιμπά ένα τοσοδούλι κομμάτι πασταφλόρα (ποτέ δεν έχασε τη φοβερή της σιλουέτα, να γιατί). «Δεν έχω περάσει λίγα στη ζωή μου. Όμως είμαι εξαιρετικά ευτυχής, νιώθω τυχερή και γεμάτη. Όταν πέθανε ο Τάσος, όλα ανατράπηκαν. Είχα αρχίσει βέβαια να εργάζομαι κοντά του και είχα ήδη μάθει πολλά πράγματα. Αλλά μετά τον πρόωρο θάνατό του έπρεπε να κρατήσω εγώ τα πάντα. Αντιμετώπισα το πένθος με απίστευτη δουλειά. Σε τέτοιο βαθμό, που ορισμένοι κακοπροαίρετοι μου έλεγαν ότι τον ξέχασα γρήγορα. Η δουλειά μού έδωσε δύναμη και μου έδωσε και κέφι. Θεωρώ πως η ζωή συνεχίζεται, χρυσό μου. Δεν σταματά. Και εμείς πρέπει να βρίσκουμε τον καλύτερο τρόπο να προχωρούμε μπροστά μετά από μια απώλεια, μια αποτυχία, κάτι που πήγε στραβά».

O Ιόλας, ο Αλέκος Φασιανός, ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας Michel Guy, η Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ο Takis και ο Τάσος Ζουμπουλάκης στην έκθεση «Αλέκος Φασιανός 1975» στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. 

 

Ζήτω η ελευθερία

«Δύο πράγματα έχω κληρονομήσει από τη μάνα μου, που πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Να είμαι κοκέτα, να προσέχω την εμφάνισή μου ακόμα και στις χειρότερες περιόδους της ζωής μου. Και μου έμαθε και το “Feel Free”, να είσαι ο εαυτός σου, να μην καταναγκάζεσαι να κάνεις πράγματα που δεν θες για λόγους κοινωνικούς ή άλλους. Για παράδειγμα, ποτέ δεν έδειξε ότι μπορεί να τη στεναχωρούσε αν δεν περνούσαμε μαζί την παραμονή της πρωτοχρονιάς ή το Πάσχα. Ίσως και να την πείραζε, αλλά δεν έλεγε ποτέ τίποτα. Μου έλεγε: “Παιδί μου, έχω τον εαυτό μου, μη σε νοιάζει”. Έτσι έκανα και εγώ με τα δικά μου παιδιά. Μάλιστα, φτάσανε να με φωνάζουν “Feel Free” αντί για Πέγκυ! Δεν απαιτώ ποτέ τίποτε από αυτά. Και έτσι όλα είναι πιο απελευθερωμένα!». 

Κάθε τόσο ακούγεται ένας θόρυβος από το ipad. Μάλλον ειδοποιήσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Έχω δάσκαλο για το Facebook. Έρχεται και με μαθαίνει. Εμένα όμως, βρε παιδί μου, μου αρέσει το άλλο. Αυτό με τις φωτογραφίες, που το έχουν τα παιδιά μου. Θέλω να είμαι ενημερωμένη. Και είμαι. Αναρωτιέμαι πού πάει η τέχνη σήμερα. Με αφορά. Στην πρόσφατη Documenta είδα πολλά που έμοιαζαν με σκουπίδια. Όμως, ας μην κοιτάζουμε στο παρελθόν λες και ό,τι γινόταν ήταν καταπληκτικό. Εγώ, που ξέρω καλά τη γενιά του ’30 και του ’60, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είχε και πολλά αδύναμα και άσχημα έργα. Σήμερα λένε συχνά πως τα έργα δεν έχουν μαστοριά, αλλά μονάχα μια έξυπνη ιδέα. Μα και να έχεις μια έξυπνη ιδέα που να ξέρεις πώς να τη χειριστείς καλλιτεχνικά, λίγο είναι; Η τέχνη πάει αλλού. Ας το δεχθούμε. Θυμάμαι όταν κάναμε την πρώτη έκθεση του Μόραλη με τα αφηρημένα έργα του. Ερχόταν ο κόσμος και μου έλεγε: “Μα δεν τα καταλαβαίνω”. Θυμάμαι ένα έργο του είχε έναν άγγελο φτιαγμένο με γεωμετρικά σχήματα. Μια κυρία που το είδε, μου λέει: “Μα πού είναι τα φτερά, τι σόι άγγελος είναι αυτός;”. Τη ρώτησα και εγώ: “Έχετε δει ποτέ άγγελο για να ξέρετε πώς είναι;”. Εκεί έληξε η κουβέντα».

Τέχνη και καναπέδες

«Πολλές φορές μού έχει τύχει να έρθουν κυρίες με φωτογραφίες του σπιτιού και να με ρωτάνε ποιο έργο ταιριάζει με τον καναπέ, τις κουρτίνες, τον μπουφέ κ.λπ. Μια φορά, μια πελάτισσα ήρθε με το ριχτάρι από το κρεβάτι του γιου της. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν παρεξηγούμαι καθόλου και δεν το παίρνω προσωπικά. Προσπαθώ να τις κατατοπίσω, αν και είμαι πια πεπεισμένη πως δεν θα αλλάξουν γνώμη. Όμως να σας πω κάτι; Ποτέ δεν βλέπω αφ’ υψηλού τους ανθρώπους αυτούς, που δεν ξέρουν, αλλά θέλουν με κάποιον τρόπο να μυηθούν. Συχνά έχουν τη δίψα και το ένστικτο να μάθουν και γι’ αυτό αγοράζουν τέχνη. Δεν το θεωρώ κακό. Όταν έχει τύχει να πάω στα σπίτια τους, νιώθω ευγνωμοσύνη που αυτοί στήριξαν την γκαλερί μου και εκείνοι είναι ευχαριστημένοι μαζί μου που πήραν κάτι καλό». Και όταν ο πελάτης ήταν ανάποδος; «Τα κατάφερνα πάντα καλά με τους ανάποδους ανθρώπους. Έκανα μέσα μου υπομονή, μέχρι που το διασκέδαζα κιόλας. Το έχω μάθει και με τα παιδιά της γκαλερί, τους λέω να δείχνουν υπομονή, αρκεί να μην παραδείξουν και τους πιάσουν την κουβέντα μέχρι το μεσημέρι και χασομεράμε. Πρέπει να υπάρχουν και όρια!».

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας με την Πέγκυ Ζουμπουλάκη στο ατελιέ του, στην οδό Κριεζώτου.

 

Περί γούστου

Τη ρωτώ τι είναι το γούστο, πώς το αποκτάς: «Μόνο όταν είσαι αληθινός. Το γούστο είναι μόνο η αλήθεια, όχι ο ντεκορατέρ. Έχω μια κοπέλα που μου καθαρίζει το σπίτι και το δικό της σπίτι είναι υπέροχο. Το έφτιαξε με ό,τι είχε. Και έχω πάει σε πολυτελείς κατοικίες τόσο φορτωμένες με ακριβά πράγματα, που με πιάνει ασφυξία. Μια μπουμπουνιέρα εδώ, ένα βάζο εκεί, ένα λιλικοκό πιο πέρα. Έχω πάθει κορεσμό από την πλήξη της πολυτέλειας που έχω δει σε πολλά σπίτια. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που θαυμάζω για το γούστο τους, όπως ο Δάκης Ιωάννου. Τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους συλλέκτες στον κόσμο. Και δεν είναι η οικονομική του δυνατότητα που του έδωσε το χαρισματικό βλέμμα του. Ο Δάκης άρχισε να αγοράζει τέχνη σε νεαρή ηλικία, και όταν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα που έχει σήμερα. Έβλεπε».

Με ξεπροβοδίζει: «Ζείτε στο τώρα;» τη ρωτώ. «Ζω στο αύριο. Στο μεθαύριο», μου λέει και μου δίνει ένα εγκάρδιο φιλί. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ