«Δεν βλέπω ζωή εδώ, δεν βλέπω τίποτα. Μένουμε στο δάσος, μέσα στο κρύο. Κάθε πρωί ξυπνάμε παγωμένοι. Βοηθάω τη γυναίκα μου να σηκωθεί, γιατί πονάει όλο της το σώμα. Κοιμόμαστε κάτω. Ζήτησα να πάνε τη γυναίκα μου στο Καρά Τεπέ μέχρι να γεννήσει. Μόνο όταν την έπιασαν οι πόνοι τη μετέφεραν και σε τρεις μέρες μάς είπαν ότι είναι εντάξει και να φύγουμε. Πήραμε το μωρό και γυρίσαμε στη σκηνή. Πήρα ένα τελάρο και το έκανα παιδική κούνια», λέει ο Μπασάρ, 29 ετών, με καταγωγή από το Νταρ Ριζόρ της Συρίας όπου εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Έφθασε στη Λέσβο στις 16 Νοεμβρίου με τη γυναίκα του Μπαρά, 23 ετών, εννέα μηνών έγκυος τότε, και τα δυο του παιδιά, τη Ρίμα, 4 ετών, και τον Μοχάμεντ, 2 ετών. «Όταν είχα το παιδί μέσα μου, ένιωθα ότι ήταν ασφαλές. Τώρα που το γέννησα, φοβάμαι γι’ αυτό», μας λέει η Μπαρά. Ο καταυλισμός της Μόριας στη Λέσβο αριθμεί περισσότερα από 7.000 άτομα, ενώ έχει τη δυνατότητα για περίπου 2.000. Πέρυσι, όταν χιόνισε, πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. 

Για πολλούς είναι τα δεύτερα Χριστούγεννα στη Μόρια. Εγκλωβισμένοι. Όμηροι των περιορισμών που επιβάλλει η συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας. Άνθρωποι στοιβαγμένοι σε υπερπλήρεις δομές ακροβατούν από την απόλυτη απόγνωση στον παραλογισμό μιας καθημερινότητας. Οι συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς είναι κακές, άθλιες, απάνθρωπες. Τα κοντέινερ του καταυλισμού δεν επαρκούν για να τους στεγάσουν όλους. Καλοκαιρινές σκηνές δύο ατόμων φιλοξενούν ακόμα και πενταμελείς οικογένειες. Γυναίκες, ηλικιωμένοι, νεογέννητα και άνθρωποι με αναπηρίες, όλοι εκεί. Οι χώροι υγιεινής ελάχιστοι για να εξυπηρετήσουν χιλιάδες και μόλις πέφτει η νύχτα, οι άνθρωποι καίνε ό,τι βρουν για να ζεσταθούν. «Έφυγα από την κόλαση της χώρας μου, όπου δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο, αλλά, αν ήξερα ότι εδώ θα είναι έτσι τα πράγματα, δεν ξέρω εάν θα ερχόμουν. Ίσως να έμενα να πεθάνω στην πατρίδα μου. Η μόνη διαφορά εδώ είναι ότι δεν μας βομβαρδίζουν», προσθέτει ο Μπασάρ.  

Την ίδια περίπου περίοδο έφτασε στη Μόρια και ο Αχμέτ, 37 ετών. Στη Συρία εργαζόταν ως τεχνίτης παπουτσιών. «Τι σημαίνουν για μένα οι γιορτές; Σπίτι. Ασφάλεια. Αξιοπρέπεια», λέει. «Εδώ χάνεις την αξιοπρέπειά σου ως άνθρωπος. Έχουμε ξεχάσει τη λέξη γιορτή. Ποια γιορτή όταν δεν μπορείς να προσφέρεις στα παιδιά σου που σε κοιτούν στα μάτια ούτε ένα γλυκό;» Ο Αχμέτ έχει μαζί του τα τρία παιδιά του, τον Μπασάρ, 11 ετών, την Ουσάρ, 9 ετών, και την Ασμά, 2 ετών, ενώ η γυναίκα του, Ρασίντα, είναι έξι μηνών έγκυος. «Θέλω τα παιδιά μου να πάνε σχολείο και να ζούμε σε ένα μέρος με ασφάλεια. Θέλω η γυναίκα μου, που είναι έγκυος και πονάει, να μη ζει σε αυτή την άσχημη κατάσταση. Για να πάρω λίγο φαγητό, περιμένω δύο και τρεις ώρες στην ουρά. Κι αν γίνουν φασαρίες στην ουρά όσο περιμένουμε, τότε μένουμε νηστικοί. Φεύγουμε με άδεια χέρια. Η σκηνή βρίσκεται μέσα στις λάσπες και τώρα που είναι χειμώνας είναι λες και ζούμε σε μια πλαστική σακούλα. Ανοίγεις, κρυώνεις. Κλείνεις, πάλι κρυώνεις. Θα μπορούσε κάποιος από αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις να βάλει την οικογένειά του να ζήσει μέσα σε μια σκηνή;»

Η Αντιγόνη Λυμπεράκη, εκτελούσα γενική διευθύντρια του Solidarity Now, έφτασε στη Λέσβο για να βοηθήσει στην καταγραφή της πραγματικότητας στο νησί: «Νόμιζα ότι πήγαινα προετοιμασμένη. Ήξερα τους αριθμούς. Έχω επισκεφτεί μερικές από τις φτωχότερες κοινότητες στην Ινδία, στο Νεπάλ, στο Μαλάουι, στην Κένυα. Είχα διαβάσει το μάθημά μου. Νόμιζα πως ήξερα πού πήγαινα. Και έκανα λάθος. Η κατάσταση στη Μόρια ήταν εμπειρία “πρώτης φοράς”, από αυτές που νιώθεις ότι δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις, μουδιάζει το μυαλό σου, τα πόδια σου ζυγίζουν 100 κιλά». Αυτό που έκανε την κατάσταση αβάσταχτη ήταν η εικόνα του αδιεξόδου. «Οι πρόσφυγες διακινδύνευσαν τα πάντα για να σώσουν τη ζωή τους. Και έπεσαν σε τοίχο. Σε συνεργασία με τους ίδιους τους αιτούντες άσυλο, συλλογικά αλλά και ατομικά, προσπαθούμε να τους στηρίξουμε και να σχεδιάσουμε πώς θα μπορούσε να είναι το αύριο. Είτε μαζί, εάν παραμείνουν στη χώρα μας, είτε χωριστά, εάν βρεθούν σε μια άλλη χώρα της Ευρώπης».

Οι κάτοικοι των νησιών, μετά την έμπρακτη αλληλεγγύη τους που εκφράστηκε με τον πιο θερμό τρόπο, είναι σήμερα δικαιολογημένα κουρασμένοι και αγανακτισμένοι που ο τόπος τους έχει μεταβληθεί σε μια τεράστια, απάνθρωπη φυλακή. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύτηκαν πρόσφατα για άμεση μεταφορά 5.000 προσφύγων από τα νησιά. Θετικό βήμα, αλλά δεν επαρκεί για να αποσυμφορηθεί η κατάσταση και να αποτραπεί η ανθρωπιστική κρίση: οι πρόσφυγες θα συνεχίσουν να ρισκάρουν τις ζωές τους με επικίνδυνα ταξίδια. Και οι άθλιες συνθήκες που συναντούν εδώ δεν θα τους αποτρέψουν. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ