Σύμβολα υποσχέσεων αγάπης και για κάποιους οι καλύτεροι φίλοι της γυναίκας, τα διαμάντια είναι, ως γνωστόν, παντοτινά. Σήμερα αποκτούν ακόμα μία ιδιότητα και γίνονται πιο «ηθικά». «Πράσινα» διαμάντια, προϊόν μιας ελεγχόμενης παραγωγής χωρίς μεσάζοντες, είναι η καινοτόμος πρόταση του Diamond Foundry, μιας start-up με έδρα το Σαν Φρανσίσκο.

Στα εργαστήρια του Diamond Foundry (Χυτήρας Διαμαντιού) μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη τεχνολογία δημιουργεί τις συνθήκες που επικρατούν στη φύση για την παραγωγή ορυκτών με μηδέν αποτύπωμα άνθρακα στο περιβάλλον. 

«Τα πάνω από το έδαφος διαμάντια, αλλά και τα κάτω από το έδαφος, έχουν τις ίδιες εγκλείσεις, ρωγμές και χρωματικούς συνδυασμούς. Και αυτό γιατί η μέθοδός μας καταφέρνει να αναπαράγει αυτό που συμβαίνει στα έγκατα της γης», λέει σε συνέντευξή του στο «Κ» ο διευθύνων σύμβουλος της Diamond Foundry, Martin Roscheisen, ο οποίος ίδρυσε την εταιρεία μαζί με τον Jeremy Scholz και τον Kyle Gazay το 2013. «Παιδιά» της Σίλικον Βάλεϊ, οι τρεις συνέταιροι σπούδασαν μηχανικοί σε πανεπιστήμια όπως το ΜΙΤ, το Στάνφορντ και το Πρίνστον, πριν ασχοληθούν αρχικά με τον χώρο της ηλιακής ενέργειας.

Στον αντιδραστήρα πλάσματος

Στα εργαστήρια του Diamond Foundry, ένα θραύσμα διαμαντιού τοποθετείται σε αντιδραστήρα πλάσματος για δύο με τρεις εβδομάδες. Το αποτέλεσμα είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι που μοιράζεται τον ίδιο «ατομικό» χαρακτήρα με τα ορυκτά εξόρυξης, ενώ ένα νέο κομμάτι κόβεται για να ξαναχρησιμοποιηθεί. Στο μεταξύ, οι ακατέργαστες πέτρες κόβονται και γυαλίζονται από ειδικούς. Το γυάλισμα επιβλέπεται από κόπτες διαμαντιών τρίτης γενιάς από την Αμβέρσα του Βελγίου, «πρωτεύουσα» της εμπορίας διαμαντιών. Στο δημιουργικό φυτώριο του Σαν Φρανσίσκο «γεννιούνται» και νέες κοπές, όπως το «Bullseye», μια παραλλαγή της κοπής «modern brilliant». Ένας γεμολόγος του GIA (Gemological Institute of America) βαθμολογεί τις πέτρες, αποδίδοντάς τους ένα δελτίο «ταυτότητας» βασισμένο στα «4C» (Color, Clarity, Cut, Carat) της αγοράς διαμαντιών: βάρος, καθαρότητα, χρώμα και κοπή. Σύμφωνα με την εταιρεία, οι τιμές των διαμαντιών της είναι «τίμιες» και χωρίς προσαυξήσεις. 

Ένας αντιδραστήρας πλάσματος στην έδρα της Diamond Foundry στο Σαν Φρανσίσκο. 

 

«Οι πελάτες αγοράζουν τα διαμάντια μας γιατί είναι υψηλής ποιότητας και δεν ανταλλάσσουμε την ποιότητα για περισσότερα καράτια. Είναι σίγουροι για την προέλευσή τους - κάτι που είναι αρκετά σημαντικό στον χώρο της πολυτέλειας γενικότερα. Μπορούν επίσης να κόψουν τους δεκάδες μεσάζοντες από τους οποίους περνάνε τα διαμάντια ορυχείων, γιατί η δική μας αλυσίδα προμήθειας φτάνει κατευθείαν στον καταναλωτή», συνεχίζει ο Roscheisen.

Βιομηχανία 80 δισ. δολαρίων

Σε ένα διεθνές περιβάλλον με ασταθείς οικονομικές συνθήκες, η βιομηχανία του διαμαντιού (η οποία υπολογίζεται σε 80 δισ. δολάρια) δέχεται «επιθέσεις» από άλλα είδη πολυτελείας, ενώ οι κύριες χώρες παραγωγής και εξόρυξης παραμένουν η Ρωσία, η Μποτσουάνα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αυστραλία και ο Καναδάς. Σύμφωνα με έκθεση της Bain & Company, η παραγωγή ακατέργαστων διαμαντιών έφτασε τα 127 εκατ. καράτια το 2016, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν η μεγαλύτερη μεμονωμένη αγορά παγκοσμίως. Συγχρόνως, ο διεθνής κολοσσός De Beers έχει πλέον χάσει το μονοπωλιακό του καθεστώ ς- υπολογίζεται ότι τη δεκαετία του ’80 η πολυεθνική κατείχε το 90% της παραγωγής διαμαντιών, κατεβαίνοντας στο 33% το 2013.

Την ίδια στιγμή, το εγχείρημα του Diamond Foundry κατάφερε να συγκεντρώσει χρηματοδότηση ύψους 100 εκατ. δολαρίων από επενδυτές όπως οι δισεκατομμυριούχοι Άντι Μπεχτολσάιμ (εκ των πρώτων επενδυτών της Google), Τζεφ Σκολ (πρώτος πρόεδρος του eBay) και Έβαν Γουίλιαμς (συνιδρυτής του Twitter). Όμως, η πιο γνωστή φυσιογνωμία της επενδυτικής παρέας παραμένει ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο - ο ηθοποιός πρωταγωνίστησε στο «Ματωμένο διαμάντι» του Έντουαρντ Ζούικ το 2006, στον ρόλο ενός Νοτιοαφρικανού λαθρεμπόρου διαμαντιών. «Είμαι περήφανος που επενδύω στο Diamond Foundry Inc., καλλιεργώντας αληθινά διαμάντια στην Αμερική, χωρίς το ανθρώπινο και το περιβαλλοντικό κόστος της εξόρυξης», αναφέρει ο ίδιος.

Βιωσιμότητα και επιθυμία

Στην εποχή που το «ηθικό» είναι «καυτή» τάση, το Diamond Foundry αγγίζει μια ευαισθητοποιημένη γενιά που γνωρίζει, π.χ., την ύπαρξη «ματωμένων» διαμαντιών, που έρχονται στο φως σε εμπόλεμες ζώνες και χρησιμοποιούνται σε εξεγέρσεις, αλλά και κακών συνθηκών εργασίας σε πολλά ορυχεία. Όμως, έννοιες όπως η βιωσιμότητα δεν ταυτίζονται αυτόματα με εκείνη της επιθυμίας, που ορίζει την αγορά της πολυτέλειας.

«Αυτό ισχύει και σε πολλές άλλες βιομηχανίες, πέρα από εκείνη της πολυτέλειας», παρατηρεί ο Roscheisen. «Οι άνθρωποι δεν αγοράζουν ηλιακούς συλλέκτες γιατί είναι φιλικοί προς το περιβάλλον. Τους αγοράζουν γιατί μειώνουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού. Η βιωσιμότητα είναι η καλύτερη πρακτική για οποιαδήποτε εταιρεία, αλλά όχι ο λόγος για τον οποίο κάποιος αγοράζει κάτι».

Σύμφωνα με το Diamond Foundry, λιγότερο από το 0,01% των διαμαντιών της παγκόσμιας αγοράς είναι παραγωγής του, ενώ μέχρι σήμερα οι πολύτιμες πέτρες της εταιρείας δεν ξεπερνούν τα τρία καράτια.

«Υπάρχει μεγάλη ζήτηση για μεγαλύτερες πέτρες, την οποία δεν μπορούμε να καλύψουμε λόγω του ότι η παραγωγή τους είναι δύσκολη και πολύ μικρή. Ακόμα και στα μικρότερα διαμάντια είμαστε συνεχώς sold out και δεν προλαβαίνουμε να καλύπτουμε τις ανάγκες. Στο ορυχείο μπορείς να στείλεις τον διπλό αριθμό φορτηγών και να έχεις διπλή απόδοση. Πάνω από το έδαφος, όμως, για να κάνεις κάτι τέτοιο, χρειάζεται τεράστιο επενδυτικό κεφάλαιο και πολύ εξειδικευμένο προσωπικό», συνεχίζει ο Roscheisen.

Η πέτρα που γίνεται κόσμημα

Από τον αντιδραστήρα πλάσματος μέχρι το χέρι ή τον λαιμό μεσολαβεί και το κομμάτι του design, το δέσιμο της πολύτιμης πέτρας που γίνεται κόσμημα. Το Diamond Foundry συνεργάζεται με πολλούς ανεξάρτητους σχεδιαστές, ενώ μια συλλογή σε συνεργασία με το πολυκατάστημα Barneys της Νέας Υόρκης έγινε sold out. Η start-up πρόσφατα εξαγόρασε τον Vrai & Oro, έναν οίκο κοσμημάτων με αποκλειστικά γυναίκες σχεδιάστριες.

«Οι άνθρωποι αγοράζουν κοσμήματα, και αυτό τελικά καταλήγει στην έννοια του σχεδίου και ενός brand κοσμήματος», λέει ο Roscheisen. «Τα διαμάντια είναι απλώς ένα υλικό και ακόμα και οίκοι όπως ο Cartier θα συνειδητοποιήσουν τελικά ότι δραστηριοποιούνται στην αγορά κοσμήματος και όχι πρώτων υλών. Τα υψηλής ποιότητας υλικά έχουν σημασία, όμως το κέρδος των κοσμηματοποιών προκύπτει από κοσμήματα που προκαλούν επιθυμία περισσότερο από την αξία των συστατικών τους».

Το Diamond Foundry μοιάζει να φέρνει τη δική του επανάσταση σε έναν «εκτυφλωτικό» αλλά και συχνά «αδιαφανή» χώρο, που ιστορικά προωθεί τη «φυσική» του σπανιότητα. «Η παραγωγή διαμαντιών στα ορυχεία πέρασε από το ένα εκατομμύριο καράτια ετησίως, όταν ξεκίνησε το μάρκετινγκ των διαμαντιών, και έφτασε τα 180 εκατ. καράτια τον χρόνο αυτή τη δεκαετία», συμπληρώνει ο Roscheisen. «Προσθέτοντας ακόμα ένα εκατομμύριο καράτια στην αγορά δίνουμε περισσότερες επιλογές στους καταναλωτές, αλλά το δικό μας παραμένει ένα σχετικά σπάνιο, τύπου “Tesla” (σ.σ. αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων), προϊόν». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ