Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Ο Γκι Ρασέ και ο Πλάτων

Κύριε διευθυντά
Ο Γάλλος αρχαιολόγος και συγγραφέας Γκι Ρασέ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1958. Δεκαετίες αργότερα εκδίδει ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις και τις σκέψεις της νιότης του, με τον τίτλο «Προσκυνητής στην Αρχαία Ελλάδα». Το μικρό απόσπασμα, που παραθέτω, αναφέρεται στην Αρχαία Αθήνα, μετά τον θάνατο του Περικλέους (495-429 π.Χ.). Πόσο, θα έλεγα, ταιριάζουν οι σκέψεις, οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του Γάλλου ένθερμου φιλέλληνα με τα πολιτικά δρώμενα της εποχής μας…

Γράφει λοιπόν ο Γκι Ρασέ:

«Η εποχή των πολιτικών φιλοδοξιών πέρασε. Οι διάφοροι Κλέωνες αφάνισαν την Αθήνα και οι κομματικές διαμάχες κατέστρεψαν την Ελλάδα. Οσο οι σύγχρονοι λαοί θα εγκαταλείπουν τις τύχες τους στα χέρια τυχοδιωκτών της εξουσίας θα απειλούνται από τις φιλοδοξίες των τελευταίων. Ο Πλάτων είχε πλήρη αντίληψη αυτής της αναγκαιότητας που επιμένουμε να αγνοούμε, ότι δηλαδή η διακυβέρνηση ενός λαού πρέπει να βρίσκεται στα χέρια συνετών και έμπειρων ανθρώπων της σκέψης και των επαγγελματιών της λογικής ανάλυσης και της διαλεκτικής όχι στα χέρια των ιδεολόγων ή των δημαγωγών».

Αντωνης Ν. Βενετης, Μοναστηράκι Δωρίδος

«Η διπλωματία δεν ασκείται δημοσίως»

Κύριε διευθυντά
Η σχετική δήλωση έγινε από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως Κυριάκο Μητσοτάκη. Αποτελεί διαφανή υπαινιγμό, ο οποίος είχε διεύθυνση τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο. Θέλω με την επιστολή μου αυτή να κάνω τους παρακάτω σχολιασμούς: Α) Ο Ταγίπ Ερντογάν προ της επισκέψεώς του στη χώρα μας, είχε δώσει συνέντευξη, η οποία δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή». Στη συνέντευξη αυτή ο Τούρκος πρόεδρος με κυνισμό, με ωμότητα, με αλαζονεία ισχυρής χώρας αμφισβήτησε τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία ρυθμίζει τα εθνικά σύνορα της Ελλάδας. Οσοι Ελληνες έγιναν γνώστες αυτής της συνέντευξης προσεβλήθησαν βάναυσα στην εθνική τους αξιοπρέπεια και διαπίστωσαν κίνδυνο για την εθνική ακεραιότητα του ελλαδικού χώρου.

Ο Ερντογάν εισέπραξε εθνικά υπερήφανη απάντηση, καθαρή, εύψυχη, όπως κάθε απάντηση ελληνική σε ιταμά τελεσίγραφα και ταπεινωτικές για το έθνος αξιώσεις. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος άρθρωσε προσφώνηση αντάξια της ελληνικής ιστορίας και μίλησε στην ψυχή, στο πνεύμα, στο αγωνιστικό, αδούλωτο φρόνημα αυτού του λαού. Ηταν η φωνή της Ελλάδος, η φωνή του έθνους. Εάν η προσφώνηση δεν ήταν αυτή, αλλά έρραινε τον Τούρκο πρόεδρο με... ροδοπέταλα φλύαρης ειρηνοφιλίας, θα ήταν κατώτερος των κρίσιμων εθνικών καιρών και απάντηση δειλού, φοβισμένου, ηττημένου Ελληνα. Β) Περί διπλωματίας. Κάνουν μεγάλο λάθος όσοι πολιτικοί, ιστορικοί και διανοούμενοι μιλούν και γράφουν κατά καιρούς, ότι η Τουρκία διαθέτει διπλωματία περιωπής. Η διπλωματία της Τουρκίας είναι και ήταν πάντα η ισχύς, η δύναμις της υλικής πολεμικής ισχύος. Προβάλλει στυγνά, ωμά διεκδικήσεις πάντα, έξω από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες, επισείοντας την ισχύ των όπλων της και την υπεροχή της δύναμής της. Θα υπενθυμίσω σε εκείνους που αγνοούν αυτή την πραγματικότητα ότι όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαπραγματευόταν το 1923 στη Λωζάννη της Ελβετίας την ομώνυμη συνθήκη, έλαβε το εξής τηλεγράφημα από τον αείμνηστο στρατηγό Πάγκαλο. «Πρόεδρε, να διαπραγματευτείς ίσος προς ίσον. Η ανασυγκροτηθείσα στρατιά του Εβρου μπορεί να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη σε 24 ώρες»! Πράγματι ο στρατηγός Πάγκαλος είχε ανασυγκροτήσει αξιόμαχη στρατιά την οποία υπολόγισαν οι Τούρκοι διαπραγματευτές. Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαπραγματευόμενος από θέση ισχύος μέσα στα ερείπια της Συνθήκης των Σεβρών και πάνω σε αυτήν πέτυχε τη Συνθήκη της Λωζάννης και την ανασυγκρότηση ενός δυναμικού και βιώσιμου κράτους. Γ) Υπήρξε μέγα πολιτικό λάθος η πρόκληση αυτή την εποχή. Οταν ο σουλτάνος έχει υβρίσει όλον περίπου τον ελεύθερο και δημοκρατικό κόσμο της Δύσεως, όταν από δική του υπαιτιότητα και αλαζονεία έχει απομονωθεί από όλον τον κόσμο, δεν είναι ούτε πολιτικά εύστοχο ούτε διπλωματικά επιτυχημένο να του δίνεις βήμα στην Αθήνα για να κραυγάζει ότι το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες είναι κουρελόχαρτα. Η πολιτική είναι πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση για να την ασκεί η Αριστερά του Τσίπρα και η Ακροδεξιά του Καμμένου.

Γιωργος Κ. Σταραντζης, Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο και στο Συμβούλιο Επικρατείας, πρ. επιστημονικός συνεργάτης «Αρχείου Νομολογίας»

Κωλοτούμπες και με τις λέξεις

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή δύο άρθρα του κ. Π. Μπουκάλα για γλωσσικά λάθη στον δημόσιο λόγο, παρακαλώ να μου επιτραπεί να διατυπώσω κάποιες παρατηρήσεις για τη χρήση της σύγχρονης νεοελληνικής, όπως έχει διαμορφωθεί και διαμορφώνεται συνεχώς στις δεδομένες συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας.

Λέγοντας σύγχρονη νεοελληνική εννοώ τη γλώσσα που υπερβαίνει το ξεπερασμένο πια δίπολο καθαρεύουσα - δημοτική και αποτελεί την έκφραση της διαλεκτικής σχεδόν συνθέσεως των δύο μορφών της σύνολης ελληνικής γλώσσας, δηλ. της λόγιας και της λαϊκής, που διατρέχει την ιστορία της γλώσσας μας από τα προεπαναστατικά τουλάχιστον χρόνια ώς τις μέρες μας.

Ο κ. Μπουκάλας σε άρθρο του (25/11) με τίτλο «Διετάχθει κυβίσθησις» συνδυάζει το ανορθόγραφο «διετάχθει» από ανακοίνωση του κ. Καμμένου, με το λανθασμένο «κυβίσθησις» από δημοσίευμα της «Εστίας» και τα αποδίδει στην τάση να χρησιμοποιηθεί λίγη καθαρεύουσα για λόγους εντυπωσιασμού, όπως λέει. Κατά τη γνώμη μου είναι δύο λάθη διαφορετικής τάξεως· το πρώτο οφείλεται σε αγραμματοσύνη και υιοθέτηση της εύκολης λύσης: στη δημοτική στα ρήματα γράφουμε «ει» εκεί όπου γράφαμε «η», χωρίς να γνωρίζουμε τα στοιχειώδη, ότι δηλ. είναι άλλο η οριστική του παθητικού αορίστου ελύθη, διετάχθη κ.λπ. και άλλο η υποτακτική να μιλήσει, να φύγει κ.ά. Το δεύτερο λάθος, η «κυβίσθησις», σωστά αποδίδεται σε μια αυξανόμενη τάση χρήσεως λογιοτέρων διατυπώσεων χωρίς γνώση των κανόνων του απαιτητικού λεξιλογίου, όπως θα έλεγε και ο κ. Μπαμπινιώτης. Γι’ αυτό και διαβάζουμε ακόμα και σε σοβαρές στήλες «δεν επιδέχεται διόρθωσης» αντί «δεν επιδέχεται διόρθωση», «αιτείται ασύλου» αντί «αιτείται άσυλο» και απλούστερα «ζητεί άσυλο».

Τελειώνοντας, θέλω να σταθώ στη χρήση της γενικής ενικού των παλαιών τριτοκλίτων· η γραμματικής της δημοτικής διδάσκει διπλοτυπία: η πόλη, της πόλης και πόλεως, διάθεση, διάθεσης και διαθέσεως κ.λπ. Και ενώ στον προφορικό λόγο οι δύο τύποι εναλλάσσονται σχεδόν ισότιμα, στον γραπτό λόγο η κυριαρχία του τύπου «της πόλης» είναι συντριπτική, σε σημείο που κάποιος αδαής θα θεωρούσε τον τύπο «της τάξεως» οιονεί απαγορευμένο και πάντως ακατάλληλο προς χρήση, ακόμη και εκεί όπου τα συμφραζόμενα και η λογιότερη διατύπωση επιβάλλουν λογιότερη κατάληξη αντί των «εν μέσω κρίσης», «χρήζει βελτίωσης», «περί συζήτησης» κ.ά.

Αυτόν τον «σεβασμό» για τις απαιτήσεις των εκάστοτε συμφραζομένων παρατηρούμε στα γραπτά του κ. Μπουκάλα, όταν ειρωνεύεται τη χρήση της ανύπαρκτης λέξης «κυβίσθησις» αντί της πανάρχαιης «κυβιστήσεως» (30/11) ή όταν στις 6/12 αποδοκιμάζει την οικογενειοκρατία, η οποία όπως λέει «μετατρέπει τις δημοκρατίες σε κληρονομικά αριστοκρατικά καθεστώτα που καταπατούν ως εκ της συστάσεώς τους την ισότητα των πολιτών».

Είναι τελικά η οικείωσή μας με τον τεράστιο πλούτο, λεξιλογικό, γραμματικό, συντακτικό, της ελληνικής και η ένταξή του στη σύγχρονη γλώσσα που της δίνει ζωντάνια και εκφραστικότητα και στην οποία μπορούν να συνυπάρχουν και η κυβίστηση και το διετάχθη –με ήτα βεβαίως–, ανάκριση, το ήρθη, η απαγόρευση απόπλου, η συζήτηση περί αναπτύξεως, ακόμα και το υπουργείο Παιδείας και Διά Βίου Μαθήσεως.

Γεωργιος Καλογιαννης, Φιλόλογος

Οι «εαυτούληδες», διαβάζοντας συμπεριφορές των «δίπλα» και οι ψυχολόγοι

Κύριε διευθυντά
«Οι Ελληνες χρειάζονται ψυχολόγο…». Απόψεις όπως αυτή λέγονται, συνήθως, με διάφορες νοηματικές αποχρώσεις. Με αφορμή τους πρόσφατους τραγικούς φόνους, θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:

1) Οι απόψεις αυτές έχουν κάποια πραγματιστική βάση, αλλά δεν παύουν να αποτελούν γενίκευση. Κάποιοι Ελληνες, ίσως όχι λίγοι, τελευταία με την οικονομική κρίση, χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, ορισμένοι σταθερή, άλλοι περιστασιακή. Βασικό κριτήριο πάντως είναι τούτο: Το «να μην τα πάει κάποιος καλά» με τον εαυτό του ή/και με τους άλλους. Αρκεί, όμως, μια οποιασδήποτε μορφής υποστήριξη;

2) Χρειάζεται παιδεία ως διαρκής μέριμνα για καλύτερη συμπεριφορά. Συχνά ο «εαυτούλης» μας και το στενό ατομικό συμφέρον είναι μοναδικά κριτήρια της συμπεριφοράς μας. Ξεχνάμε τον σεβασμό του άλλου και τα δικαιώματά του. Συνάρτηση, λοιπόν, της ψυχολογικής και η κοινωνικοπαιδαγωγική πλευρά.

3) Υπάρχει μία ακόμη, παρεμφερής, διάσταση του προβλήματος. Ο Αριστοτέλης, πραγματιστής φιλόσοφος, συσχετίζει το ήθος με την προοπτική, τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς μας, την πρόβλεψη - εκτίμηση, δηλαδή, του αποτελέσματος των πράξεων τόσο για εμάς, ατομικά, όσο και για τον συνάνθρωπο, την κοινωνία.

Συνοπτική επισήμανση: Ανακύπτει το θέμα της ωριμότητας του ανθρώπου, στην οποία μόνον η βιολογική πλευρά είναι αυτόματη. Οι άλλες πτυχές, νοητική, συναισθηματική, κοινωνική, αξιολογική (περισσότερα: Ν. Παπαδόπουλου, «Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ψυχολογίας», σ. 1003), χρειάζονται συνεχή ατομική και κοινωνική φροντίδα. Η αξιολογική πλευρά εδραιώνεται κυρίως ως κοινωνική μάθηση (κλασικό το πείραμα Bandura), με παραδείγματα και τρόπους συμπεριφοράς των μεγαλυτέρων και υπευθύνων στην κοινωνία. Οταν αυτά απουσιάζουν ή είναι αντιφατικά και προβάλλονται άκριτα, η κοινωνία, απροσανατόλιστη ή και διαταραγμένη, παραπαίει… Η έκρηξη μιας ατομικής διαταραχής γίνεται εύκολα ετερο- και αυτοκαταστροφική.

Νικος Παπαδοπουλος, Καθηγ. Ψυχολ. Παν/μίου Κρήτης - Gastprof. Univ. Heidelberg - Συγγραφέας

Ο εκλιπών Χαλιντέι... και τα ρεμπέτικα

Κύριε διευθυντά
Εκτακτο το άρθρο του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην «Κ» της 12ης Δεκεμβρίου. Αλήθεια, τι είναι αυτό που βρήκε τη Γαλλία με την κηδεία του Χαλιντέι; Γιατί η Γαλλία αναζητεί αντίγραφα όταν κατέχει το πρωτότυπο; Γιατί, φίλοι Γάλλοι, ψάχνετε ροκάδες όταν η γλώσσα σας –την οποία και σέβεσθε σε βαθμό τέτοιο που η απουσία μιας υποδιαστολής ή μιας περισπωμένης στον γραπτό σας λόγο θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως– είναι φτιαγμένη για τους Piaf, Aznavour, Dalida, Adamo, Macias, Moustaki, Salvador, Georges Ulmer, Georges Brasens, Georges Milton, Maurice Chevalier, Les Frères Jacques και άλλους πολλούς;

Το γαλλικό «ελαφρό» τραγούδι δεν μοιάζει με κανένα άλλο στον κόσμο. Εχει πλοκή, έχει αμπελοφιλοσοφία, έχει καθημερινότητα. Μόνο το δικό μας ρεμπέτικο μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Οταν ο Aznavour λέει στη γυναίκα του, που παραμελεί τον εαυτό της, ότι για να αδυνατίσεις κάνε λίγο σπορ, εκφράζει την καθημερινή πραγματικότητα την οποία βιώνουν αναρίθμητοι άνδρες που θέλουν οι γυναίκες τους να πολεμούν τον χρόνο. Οταν ο Adamo ζητάει από τον πατέρα της κοπέλας του να του δανείσει την κόρη του για να βγουν μαζί απόψε και ανακαλύπτει τη δυσπιστία στα μάτια του πατέρα, τον οποίο προσπαθεί να καθησυχάσει υπενθυμίζοντάς του ότι κι αυτός υπήρξε νέος, εκφράζει καταστάσεις που οι νέοι βιώνουν καθημερινά.

Εκαστος λοιπόν εις το είδος του και θερμή παράκληση στους Γάλλους να αφήσουν τη rock μουσική για τους Αγγλοσάξονες. Οσο για την αφεντιά μου, μου φαίνεται ότι πρέπει να εκφράσω δημόσια ευγνωμοσύνη στους γονείς μου που, εν αναμονή της Γαλλίδας δασκάλας, με κλείδωναν στο δωμάτιο και αμπάρωναν το σπίτι μη τυχόν και το σκάσω, και έτσι, σιγά σιγά και δίχως να το πολυκαταλάβω, έφθασα να εκτιμώ τη γαλλική κουλτούρα σε όλες της τις εκφάνσεις.

Ι. Ιωσηφ, Πόρτο Ράφτη

Οταν οι δικαστές αδικούνται...

Κύριε διευθυντά
Ο έγκριτος δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Πάσχος Μανδραβέλης ασχολήθηκε σε δύο άρθρα του (12 και 13.12.2017) με τους δικαστές, στα οποία αναφέρει την κρατούσα γι’ αυτούς αντίληψη, εκφράζοντάς την με τον δικό του άμεσο και περιγραφικό λόγο: «Δίνουν πάλι αυξήσεις στον εαυτό τους», «και πώς να το κάνουμε, είναι πρόβλημα η άρνηση των δικαστών να υποστούν τη μοίρα των άλλων δημόσιων λειτουργών, δηλαδή να υποβάλλουν δήλωση “πόθεν έσχες”», «πρόβλημα το γεγονός ότι εκδόθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ απόφαση που ακυρώνει τον έλεγχο των δηλώσεων του “πόθεν έσχες”». Ας δούμε, λοιπόν, τις αιτιάσεις αυτές:
Α. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, δυνάμει του άρθρου 98 αυτού, ορίσθηκε το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99, ως αρμόδιο για υποθέσεις μισθών και συντάξεων των δικαστών. Το δικαστήριο αυτό αποτελείται, όπως ορίζουν τα άρθρα αυτά, από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, έναν σύμβουλο της Επικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, έναν σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τρεις τακτικούς καθηγητές των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας και τρεις δικηγόρους, μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων. Τούτο έγινε για να εκλείψει ο θόρυβος ότι οι δικαστές «ευλογούσαν τα γένια τους» και «έδιναν πάλι αυξήσεις στον εαυτό τους» (αλήθεια, γνωρίζουν οι επικριτές ότι ο μισθός των δικαστών έχει μειωθεί από την έναρξη της κρίσεως μέχρι σήμερα κατά 74% και ότι ο μισθός του προέδρου του Αρείου Πάγου είναι μικρότερος του στρατηγικού συμβούλου του πρωθυπουργού, σερβιτόρου, κ. Καρανίκα;). Επισημαίνει ο αξιότιμος αρθρογράφος ότι οι δικαστές πρέπει να αυτοεξαιρούνται όταν το δικαστήριο δικάζει υποθέσεις που αφορούν τους μισθούς και τις συντάξεις τους. Επικαλείται, προς τούτο, τη διάταξη του άρθρου 52 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πλην, όμως, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στη περίπτωση αυτή, διότι το θέμα ρητώς προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο στο άρθρο 99 ορίζει ότι «από τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου εξαιρείται κάθε φορά εκείνο που ανήκει στο σώμα ή στον κλάδο της Δικαιοσύνης που για ενέργεια ή παράλειψη λειτουργών του καλείται να αποφανθεί το δικαστήριο». Οταν, επομένως, εκδικάζεται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου προσφυγή δικαστού της τακτικής δικαιοσύνης, εξαιρείται ο αρεοπαγίτης, και όταν εκδικάζεται προσφυγή δικαστού των διοικητικών δικαστηρίων, εξαιρείται ο σύμβουλος της Επικρατείας. Οπως προκύπτει από τη σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, οι μετέχοντες δικαστές είναι μια μικρή μειοψηφία (το 1/3 των μελών του). Επομένως, δεν δίνουν αυξήσεις στον εαυτό τους, ούτε ευλογούν τα γένια τους. Διότι απλούστατα δεν έχουν τέτοια ευχέρεια. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, κάποιος να διερωτηθεί «και γιατί να μην αυτοεξαιρούνται όλοι οι δικαστές που μετέχουν στο Ειδικό Δικαστήριο;». Μα, διότι, τότε, δεν θα υπήρχε δικαστήριο: Το άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «η Δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα απο τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία» και το άρθρο 88 παρ. 1 ορίζει ότι «οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι». Επομένως, αν αυτοεξαιρεθούν όλοι οι δικαστές του Ειδικού Δικαστηρίου, αυτό δεν θα μπορεί να λειτουργήσει, διότι αφενός μεν τα εναπομένοντα έξι μέλη δεν επαρκούν για τη συγκρότησή του, αφού είναι εννεαμελές, και αφετέρου τα μέλη αυτά δεν είναι δικαστές αλλά καθηγητές και δικηγόροι, μετέχουν δε του δικαστηρίου περιστασιακά, όπως και οι ένορκοι στα μεικτά ορκωτά δικαστήρια, τα οποία δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν με μόνους τους ενόρκους (τα λαϊκά δικαστήρια είναι ευτυχώς μακριά ακόμη).

Β. Ο έγκριτος δημοσιογράφος της «Καθημερινής» ανέφερε στο άρθρο του της 12.12.2017, ότι «και πώς να το κάνουμε, είναι πρόβλημα η άρνηση των δικαστών να υποστούν τη μοίρα των άλλων δημόσιων λειτουργών, δηλαδή να υποβάλλουν δήλωση “πόθεν έσχες”», «πρόβλημα το γεγονός ότι εκδόθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ απόφαση που ακυρώνει τον έλεγχο των δηλώσεων του “πόθεν έσχες”» και, τέλος, «ο ανώτατος δικαστικός (αναφέρεται στον κ. Ν. Σακελλαρίου, πρόεδρο του ΣτΕ) θεωρεί ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι βιλαέτι των δικαστών. Αυτοί να κανονίζουν τους μισθούς τους και τα αναδρομικά τους», «μόνοι τους θα εξαιρούν τον εαυτό τους από τους γενικούς κανόνες που αφορούν τους δημόσιους λειτουργούς». Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι οι δικαστές υποβάλλουν δήλωση «πόθεν έσχες», ανελλιπώς, την τελευταία εικοσαετία. Τέτοια δε δήλωση υποβάλλουν, μάλιστα, και όταν αποχωρήσουν από την υπηρεσία, επί τρία συνεχή έτη. Περαιτέρω, με την υπ’ αριθ. 2649/2017 (ολομελείας) απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέλυσε δύο ζητήματα. Πρώτον, έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η ρύθμιση του ν. 3213/2003 περί «πόθεν έσχες», με την οποία ο έλεγχος των δηλώσεων των δικαστών έχει ανατεθεί σε επιτροπή υπαλλήλων, ενώ ο έλεγχος των δηλώσεων του πρωθυπουργού, των υπουργών, των βουλευτών και των περιφερειαρχών έχει ανατεθεί σε επιτροπή της Βουλής, υπό τον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, στην οποία μετέχουν και τρεις ανώτατοι δικαστές. Δηλαδή, ο νομοθέτης απαξίωσε τους δικαστές, αναθέτοντας τον έλεγχο των δηλώσεών τους σε επιτροπή υπαλλήλων, ενώ τον έλεγχο των εκπροσώπων των δύο άλλων εξουσιών τον ανέθεσε στην επιτροπή της Βουλής. Και αυτή η απαξίωση γίνεται εντονότερη όταν ο νομοθέτης, αντί να υποβάλει στον έλεγχο της επιτροπής της Βουλής και τους εκπροσώπους της τρίτης συνταγματικής εξουσίας, τους δικαστές, υπέβαλε τους περιφερειάρχες! Δεύτερον, το ΣτΕ έκρινε ότι αντιβαίνουν στο Σύνταγμα οι διατάξεις του παραπάνω νόμου, με τις οποίες υποχρεούνται οι υποβάλλοντες δήλωση «πόθεν έσχες» να δηλώσουν μετρητά χρήματα που δεν περιλαμβάνονται σε καταθέσεις, ως και τα κινητά πράγματα, αξίας άνω των 30.000 ευρώ. Οπως αποδεικνύεται, λοιπόν, το ΣτΕ ακύρωσε τη σχετική ΚΥΑ για τυπικό λόγο, συνιστάμενο στο ότι πρέπει να ελέγχονται οι δηλώσεις των δικαστών από όργανο στο οποίο να μετέχουν και δικαστές. Αυτό το φοβερό έκρινε το «βιλαέτι» των δικαστών! Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να τους λιθοβολήσουμε; Και, τέλος, όσον αφορά τα χρήματα και τα κινητά αξίας, το «βιλαέτι» αυτό έκρινε, όχι ειδικώς για τους δικαστές, αλλά ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ όσοι υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση «πόθεν έσχες», ότι η υποχρέωση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πού είδε, λοιπόν, ο υπουργός, και όσοι άλλοι τα όμοια φρονούν, ότι και στην περίπτωση αυτή οι δικαστές ευλόγησαν τα γένια τους; Επιμύθιο: Αλίμονο στην κοινωνία της οποίας οι δικαστές πένονται και λιθοβολούνται από τους εκπροσώπους των δύο άλλων εξουσιών...

Λουκας Λυμπεροπουλος, Επίτιμος αρεοπαγίτης, Δ.Ν.

Χρέος μας η στήριξη της Δικαιοσύνης

Κύριε διευθυντά
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διάβασα και τα σχετικά με τους δικαστές άρθρα του κ. Πάσχου Μανδραβέλη, ως και τα συνοδευτικά σχόλια. Κατά κανόνα συμφωνώ πλήρως με τις απόψεις του, όπως όμως αποδεικνύεται και πάλι, κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του...

Γνωρίζω αρκετά καλά τα τρωτά της Δικαιοσύνης στη χώρα μας, γνωρίζω ότι δεν λειτουργεί κατά τρόπο άψογο και άμεμπτο, ότι συχνά οι λειτουργοί της δεν κρίνουν κατά συνείδηση αλλά υποκύπτουν σε πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες.

Δικαιολογημένη συνεπώς η κριτική του πλην όμως, επιτρέψτε μου να πιστεύω, εκτός τόπου και χρόνου. Οπως ίσως θα γνωρίζετε, σταθερή είναι η άποψή μου ότι με τους Τσιπραίους στην εξουσία όχι μόνο η οικονομία αλλά και το δημοκρατικό μας πολίτευμα και οι δημοκρατικοί μας θεσμοί διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο. Καλύτερα από μένα γνωρίζετε ότι αυτή την περίοδο ο Τσίπρας και η παρέα του βάλλουν ευθέως κατά της Δικαιοσύνης. Οχι βέβαια γιατί νοιάζονται για την εύρυθμη λειτουργία της, αλλά γιατί αντιστέκεται σθεναρά στο αντισυνταγματικό τους όργιο.

Οταν αγαπημένο μας πρόσωπο ασθενεί βαρέως, καταφεύγουμε στον ειδικό γιατρό έστω κι ας γνωρίζουμε καλά ότι είναι «φακελάκιας». Επείγει για μας να σώσουμε τον άνθρωπό μας και όσο για τα υπόλοιπα θα έχουμε όλο τον καιρό, μετά την αποθεραπεία, να τα κουβεντιάσουμε και να τα καυτηριάσουμε. Προς Θεού όμως, δεν πάμε να του τα ψάλουμε όσο διαρκεί η εγχείρηση...

Αυτή τη στιγμή η Δικαιοσύνη δεν έχει ανάγκη κριτικής, έχει ανάγκη στήριξης. Ας την προσφέρουμε, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι στη σημερινή συγκυρία η Δικαιοσύνη είναι ένας ισχυρός δημοκρατικός θεσμός, οχυρό της Δημοκρατίας που προβάλλει σθεναρή αντίσταση στα δόλια και σκοτεινά σχέδια των Τσιπραίων.

Τακης Λαζαριδης

Η Δικαιοσύνη τους ενοχλεί

Κύριε διευθυντά
Η διάκριση των εξουσιών που χρονολογείται από την εποχή του Μοντεσκιέ σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και με την καθεμία από αυτές να παίζει τον δικό της διακριτό ρόλο στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, προφανώς δεν είναι συμβατή με τη μαρξιστική κοσμοθεωρία. Η οποία συνδέει τη διακυβέρνηση μιας χώρας μόνο με τον πολιτικό δεσποτισμό. Γι’ αυτό και οι Συριζαίοι αυτή την εύρυθμη πολιτειακή τάξη προσπαθούν να την υπερβούν. Να την καταλύσουν. Με τις διαδοχικές επιθέσεις τους κατά της δικαιοσύνης. Η κοινωνία μας όμως, που κατά πλειοψηφία έχει συμπαραταχθεί με τους βαλλόμενους δικαστές, τους έχει απομονώσει (τους Συριζαίους).

Τακης Σουβαλιωτης, Χαλανδρίτσα Πατρών

Μια απογραφή α λα Στάλιν

Κύριε διευθυντά
Η πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών σε ένδειξη συμπαράστασης προς τον διαρκώς διωκόμενο κ. Ανδρέα Γεωργίου μου θύμισε πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η εργασία στη Στατιστική Υπηρεσία, ανάλογα με τα πολιτικά συμφραζόμενα. Το μακρινό 1937, η απογραφή στην τότε ΕΣΣΔ βρήκε τον πληθυσμό τής χώρας κατά 8 εκατομμύρια ψυχές λιγότερο από τον προσδοκώμενο. Το έλλειμμα δικαιολογείτο από τον λιμό στην Ουκρανία και στο Καζαχστάν και από τη συνακόλουθη μείωση των γεννήσεων. Ο Στάλιν διέταξε να μείνουν κρυφά τα αποτελέσματα της απογραφής και να «εκκαθαριστούν» (εκτελεστούν) οι υπεύθυνοι της Στατιστικής Υπηρεσίας ως πράκτορες ξένων δυνάμεων.

Μετά 80 χρόνια στην Ελλάδα ο πρώην υπεύθυνος της ΕΛΣΤΑΤ δεν «εκκαθαρίζεται» αλλά παραπέμπεται επανειλημμένως για παράπτωμα, από το οποίο δύο φορές (ή μήπως και περισσότερες;) έως τώρα έχει απαλλαγεί. Αιτία, πάλι ένα έλλειμμα (ευτυχώς μόνο σε ποσοστό επί του ΑΕΠ), το πραγματικό ύψος του οποίου έρχεται σε αντίθεση με την κυβερνητική προπαγάνδα. Κι έτσι εξηγείται γιατί ο υπουργός Δικαιοσύνης, που πιστεύει πως εκπροσωπεί αυθεντικά το κοινό περί δικαίου αίσθημα, δεν έχει δείξει την ευαισθησία που έδειξε για τη διπλή απόρριψη της αποφυλάκισης της Ηριάννας.

Κωστας Γιαννοπουλος, Μαρούσι

Αξιολογώντας την αξιολόγηση

Κύριε διευθυντά
Διάβασα στην «Καθημερινή» της Κυριακής (10/12/2017) το εκτενές ρεπορτάζ του αξιόλογου δημοσιογράφου σας Απόστολου Λακασά, υπό τον τίτλο «Σχολεία, δυο γενιές χωρίς αξιολόγηση» και τον υπότιτλο: Από το 1982 επτά σχετικοί νόμοι ψηφίστηκαν, αλλά κανείς δεν εφαρμόστηκε λόγω συνδικαλιστικών αντιδράσεων.

Φυσικά, το θέμα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών το έφερε η τρόικα. Είναι ένα θέμα, της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, το οποίο ούτε εύκολο είναι ούτε δύναται να φέρει τίποτα το αξιόλογο στην εκπαίδευση. Γιατί από τους προηγούμενους νόμους σύμφωνα με το ρεπορτάζ, κανένας δεν εφαρμόστηκε; Διερωτήθηκε κανείς; Δι’ όλα φταίνε οι συνδικαλιστές; Γιατί τόσοι υπουργοί υπαναχώρησαν; Οχι γιατί δεν είχαν το σθένος, αλλά είδαν εκ των υστέρων ότι η αξιολόγηση δεν προσφέρει τίποτα το αξιόλογο στην εκπαίδευση, σε συνάρτηση με το κόστος. Εκτός τούτου, δεν μπορεί να είναι αντικειμενική και δίκαιη.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι μια κλιμακωτή αξιολόγηση, έστω και αντικειμενική, σε τι επηρεάζει, έστω κατ’ ελάχιστον, θετικά ή αρνητικά τη σταδιοδρομία των εκπαιδευτικών; Μισθολογικά ή να γίνουν διευθυντές; Αυτά όλα σήμερα είναι ξεπερασμένα για τους εκπαιδευτικούς. Διερωτήθηκε κανείς πόσες χιλιάδες εκπαιδευτικοί δεν επιθυμούν διευθυντικές θέσεις λόγω των πενιχρών μισθών, άλλωστε ένα μεγάλο ποσοστό αξιόλογων εκπαιδευτικών ασχολείται με τα φροντιστήρια, φυσικά δεν εννοώ στους μαθητές τους. Καλά κάνουν, πώς θα τα βγάλουν πέρα; Γι’ αυτούς η αξιολόγηση είναι αδιάφορη. Δεν έχουν να κερδίσουν ή και να ζημιωθούν σε τίποτα. Το κόστος για τη μισθοδοσία των αξιολογητών, εάν πραγματοποιηθεί, το οποίο δεν πιστεύω, είναι πολύ μεγάλο. Πέραν αυτών, η δυσκολότερη διοικητική πράξη είναι η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού, όσο πεπειραμένος και επιστημονικώς επαρκής είναι ο αξιολογητής. Στο «πόδι» δεν μπορεί να γίνει μια αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού, με μια ή το πολύ δύο ώρες επικοινωνίας εκπαιδευτικού-αξιολογητού.

Ενα πολύ σοβαρό θέμα, το σημαντικότερο, είναι πώς θα επιλεγούν οι αξιολογητές και με τι κριτήρια. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης ας μη σπεύδουν να οικειοποιούνται την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Εάν ένας εκπαιδευτικός υποπίπτει σε παραπτώματα, υπάρχει η νομοθεσία των δημοσίων υπαλλήλων και στην περίπτωση αυτή αρκεί να εφαρμοσθεί αυστηρά ο νόμος.

Τέλος, ας μην αδικούμε την ΟΛΜΕ, που είναι κατά της αξιολόγησης, διότι έχει γνώση του όλου θέματος. Είναι ένα θέμα δύσκολο, πολύπλοκο, χωρίς αξιόλογα θετικά αποτελέσματα. Εξάλλου, σήμερα, περίπου, γίνεται η επιλογή εκπαιδευτικών μέσω ΑΣΕΠ και θα πρέπει να συνεχισθεί.

Ιωαννης Θ. Χαΐνης, Ομ. Καθηγητής Ε. Μ. Πολυτεχνείου

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ