Γεννήθηκαν το 2000. Ήταν τα παιδιά της νέας χιλιετίας, τότε που τα πράγματα στην Ελλάδα και παντού ήταν διαφορετικά - έναν χρόνο πριν από το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, που άλλαξε τις παγκόσμιες ισορροπίες, λίγα χρόνια πριν από το παγκόσμιο κραχ του τέλους της δεκαετίας. Η οικονομική κρίση τούς βρήκε 9 ετών. Εν ολίγοις σχεδόν δεν θυμούνται τον εαυτό τους πριν από αυτήν. Σήμερα ετοιμάζονται να ενηλικιωθούν, να δώσουν Πανελλαδικές, να σπουδάσουν και να βγουν στην παραγωγή. Ζουν μέσα από το ίντερνετ, βαριούνται την τηλεόραση, έχουν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, δεν εμπνέονται από την πολιτική, θέλουν αλλά δυσκολεύονται να φανταστούν το μέλλον τους στην Ελλάδα, ανυπομονούν να βγάλουν τα πρώτα τους χρήματα για να βοηθήσουν τους γονείς τους. Οι 18χρονοι του σήμερα δεν διαφέρουν πολύ από τους προηγούμενους: ονειρεύονται και ακολουθούν τα όνειρά τους, όχι όμως γιατί είναι εύκολο, αλλά γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν.

«Παλιά σου έλεγαν θα πας Νομική να γίνεις δικηγόρος ή Ιατρική να γίνεις γιατρός, υπήρχε μια πίεση γιατί ήταν σίγουρες δουλειές. Τώρα δεν είναι τίποτα σίγουρο, ό,τι και να γίνεις είναι πιθανό να μείνεις άνεργος. Οπότε τουλάχιστον κάνεις αυτό που αγαπάς και ό,τι γίνει. Με έναν περίεργο τρόπο η κρίση βοήθησε να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας». Ο Ερνέστο Σιγάλας έχει το όνομα του Γερμανού παππού του και όχι του Τσε Γκεβάρα, όπως πιστεύουν όλοι «από τότε που ο Τσίπρας έβγαλε έτσι τον γιο του». Θα κλείσει τα 18 τον Γενάρη και το όνειρό του ήταν πάντα καλλιτεχνικό. Από μικρός ζωγράφιζε μανιωδώς, ίσως έφταιγε και το ότι ο πατέρας του είναι ζωγράφος και εργάζεται ως σύμβουλος καλλιτεχνικών μαθημάτων. Στο δημοτικό επισκέφτηκε μία φορά το καλλιτεχνικό σχολείο στον Γέρακα, όπου πήγαινε ο μεγάλος αδερφός του, και το ερωτεύτηκε. «Αν είχα πάει αλλού, μπορεί να είχα παρατήσει τη ζωγραφική. Αν είσαι σε ένα περιβάλλον που δεν το ευνοεί, μπορεί να ξεθωριάσει ή να απαξιωθεί. Δεν ήμουν ποτέ το παιδί των αθλημάτων, πάντα έκλινα προς τα καλλιτεχνικά και ήμουν λίγο στην απέξω στα άλλα σχολεία. Στο Καλλιτεχνικό δεν το ένιωσα ποτέ αυτό». Τώρα όμως που ετοιμάζεται για τις Πανελλήνιες, τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. «Έτσι όπως είναι το σύστημα, το πρόγραμμα είναι πολύ βαρύ. Νιώθω ότι, και να ήθελε κάποιος να κάνει κάτι καλλιτεχνικό, δεν θα μπορούσε. Με τις Πανελλήνιες έχω χάσει κάθε όρεξη για κάτι τέτοιο, είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που έχω σταματήσει να ζωγραφίζω».  

Ο φόβος της αστάθειας

Στόχος πλέον κάποιο πανεπιστήμιο στη Γερμανία, όπου θα μπορέσει να σπουδάσει βιομηχανικό design. «Πριν από μερικά χρόνια είχα πάει στη σχολή καλών τεχνών του Κάσελ, απ’ όπου κατάγεται η μητέρα μου, και είδα την έκθεση των αποφοίτων του design. Τότε είπα “αυτό θα κάνω, και θα έρθω εδώ να το κάνω”. Θα δώσω Πανελλήνιες επειδή απαιτείται από τα πανεπιστήμια εκεί. Το κίνητρό μου για τη Γερμανία δεν ήταν τόσο η επαγγελματική αποκατάσταση, όσο το ότι αυτό το αντικείμενο δεν ανθεί, δεν ευνοείται στην Ελλάδα - αν ευνοείται και κάποιο δηλαδή αυτή τη στιγμή. Την αγαπάω την Ελλάδα, θα ήθελα να γυρίσω εδώ να δουλέψω, αλλά δύσκολα θα βρω κάτι στο αντικείμενό μου».  

Σε δέκα χρόνια από σήμερα φαντάζεται τον εαυτό του ανύπαντρο ακόμη, σε κάποια μεγάλη πόλη να κάνει design. Τι είναι αυτό που σε φοβίζει; «Αυτό που φοβίζει όλους μας. Ότι τα πάντα είναι ασταθή, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τίποτα. Οπότε, εγώ πηγαίνω για τον στόχο μου και όπου με βγάλει. Δεν με μπλοκάρει, γιατί, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έτσι ήταν η κατάσταση. Δεν έχω ζήσει την Ελλάδα χωρίς κρίση...» 

Ο Ερνέστο Σιγάλας ονειρεύεται σπουδές στη Γερμανία και να τελειώσουν οι Πανελλήνιες για να ξαναρχίσει να ζωγραφίζει.  

 

Η πρώτη μεγάλη απόφαση

Η Στέλλα Τσέγα γεννήθηκε και μεγαλώνει σε μια ήσυχη γειτονιά στα σύνορα Άνω Πατησίων και Κυψέλης. Σχολείο πάει στο πρότυπο Βαρβάκειο και όχι στη γειτονιά της, οπότε οι φίλοι της μένουν μακριά κι εκείνη καθημερινά πηγαινοέρχεται στο σχολείο με το λεωφορείο ή τη μητέρα της. «Κυκλοφορώ, αλλά όχι με τόση άνεση, γιατί είμαι λίγο φοβητσιάρα», λέει. «Φοβάμαι, ίσως επειδή πριν από λίγα χρόνια πέτυχα διαρρήκτες την ώρα που έμπαινα στο σπίτι. Δεν μου έκαναν τίποτα, αλλά ήταν μέρα μεσημέρι και ήταν μέσα στο σπίτι μας. Δεν έχω καταφέρει να το χωνέψω αυτό». 

Είναι ένα γλυκό κορίτσι, ευγενικό, μοιάζει καλή μαθήτρια, δυναμική και ευαίσθητη - «ίσως παραπάνω ευαίσθητη από όσο πρέπει», λέει. Δύο όνειρα έχει, αλλά φέτος δυσκολεύεται να τα συνδυάσει: τη Νομική, προκειμένου να δουλέψει για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και το μπαλέτο. Τώρα χρειάζεται να πάρει την πρώτη μεγάλη απόφαση της ζωής της: ποιο να κρατήσει, ποιο να αφήσει. «Μέχρι και τις αρχές της χρονιάς σκεφτόμουν μήπως τα αφήσω όλα και κάνω μόνο μπαλέτο, όμως δεν ξέρω αν θα μου βγει. Ο χορός μού αρέσει πολύ, αλλά θα ήθελα να κάνω μόνο κλασικό ή σύγχρονο. Δεν μου αρέσει με κάθε κόστος, και στην Ελλάδα είναι μάλλον δύσκολο να το κάνω όπως θέλω. Δεν θα ήθελα να παρατήσω το όνειρο να γίνω νομικός και να υπερασπίζομαι τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλο τον κόσμο, για να καταλήξω χορεύτρια σε κάποιο τηλεπαιχνίδι. Οπότε έχω βάλει προτεραιότητα τις Πανελλήνιες και βλέπουμε».

Η Στέλλα ό,τι κάνει θέλει να το κάνει στο 100%. «Η μαμά μου είναι δικηγόρος, όμως εμένα δεν με ενδιαφέρει να κάνω τα πάντα -αστικό, ποινικό κ.λπ.- όπως εκείνη. Θέλω να εξειδικευτώ στα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν βλέπω τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, σε παιδιά, σε γυναίκες, το μόνο που θέλω είναι να τους υπερασπιστώ. Η αδικία με πνίγει. Δεν ξέρω αν αυτό θα περάσει με τον καιρό. Ίσως στα 50, αν βλέπεις ότι δουλεύεις τόσα χρόνια και δεν γίνεται τίποτα, να κουραστείς, αλλά δεν γίνεται να σταματήσεις. Αν πιστεύεις στον άνθρωπο, πάντα θα επιμένεις». Ακόμα και η πολιτική θα την ενδιέφερε αν το σύστημα δεν ήταν τόσο απαξιωμένο. «Κανείς δεν εμπιστεύεται τους πολιτικούς, κανείς δεν θέλει να είναι ανάμεσά τους. Μόνοι μας έχουμε σκάψει τον λάκκο μας και δεν θέλουμε να βγούμε. Γι’ αυτό οι περισσότεροι θέλουν να φύγουν έξω, ειδικά όσοι έχουν φιλοδοξίες, εδώ δεν έχει ευκαιρίες. Εγώ δεν θέλω να φύγω για να μείνω για πάντα έξω. Θέλω να σπουδάσω εδώ και μετά να πάω 10 χρόνια να μαζέψω εμπειρίες και να γυρίσω. Άλλωστε ο στόχος μου δεν είναι τα λεφτά. Δεν θέλω να γίνω πλούσια, θέλω απλώς να ζω καλά». 

Με τις φίλες της πάει για καφέ, τσακώνεται μαζί τους όταν δεν αφήνουν το κινητό («είναι μια πρόκληση να μην έχεις το κινητό πάντα και με μια φίλη μου το αφήνουμε στην άκρη για 3 ώρες και πάμε για καφέ χωρίς να το κοιτάμε και περνάμε τέλεια!»), βαριέται το σχολείο γιατί με τα φροντιστήρια έχει απαξιωθεί και κανείς δεν δίνει σημασία, ενώ τα αντρικά βλέμματα στον δρόμο την κάνουν να περιορίζει την γκαρνταρόμπα της, ειδικά το καλοκαίρι. «Σορτσάκι δεν μπορώ να φορέσω. Σε γδύνουν με τα μάτια τους άντρες 30 χρόνια μεγαλύτεροί σου. Στο Facebook σ’ την πέφτουν πρόστυχα όλο κάτι 50άρηδες. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε με την ιδέα ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Ξέρουμε ότι και στη δουλειά σίγουρα θα το αντιμετωπίσουμε, το έχουμε πάρει απόφαση». 

Και η οικογένεια είναι στα σχέδιά της; «Ο γάμος με αφήνει αδιάφορη, δεν με νοιάζει αν θα παντρευτώ». Παιδιά; «Παιδιά ναι, όταν δεν βλέπω ειδήσεις, θέλω πολύ να κάνω παιδιά!» ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ