ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικιακή ψυχαγωγία

Όταν προσπαθείς να θυμηθείς τι έκανες όλη τη χρονιά, τι διάβασες, τι είδες, τι άκουσες, το μόνο που πετυχαίνεις είναι να καταλάβεις πόσα πολλά δεν πρόλαβες να κάνεις. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και η ακόλουθη ανασκόπηση της «οικιακής ψυχαγωγίας» των προηγούμενων μηνών είναι ένα κείμενο καθαρά υποκειμενικό, με οδηγό (ως εργαλείο υπενθύμισης) τις λίστες που ξεφυτρώνουν αυτές τις μέρες σε όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες του κόσμου, αλλά και τα όσα δημοσιεύτηκαν μέσα στη χρονιά στην παρούσα στήλη. 

Ξεκινώντας από τις ξένες σειρές, ένα γενικό σχόλιο: Η υπερπροσφορά (των τελευταίων δύο-τριών ετών περίπου) έχει δημιουργήσει μια κόπωση. Από τους αμέτρητους νέους τίτλους είναι τελικά πολύ λίγοι όσοι πραγματικά αξίζουν τον χρόνο μας και ακόμα λιγότεροι αυτοί που θα κρατήσουν το ενδιαφέρον μας ζωντανό στους μήνες της απουσίας τους. Προσωπικά δυσκολεύομαι πια πολύ να παρακολουθήσω δεύτερους και τρίτους κύκλους και φέτος αγνόησα τις περισσότερες σειρές που είχα αρχίσει πέρυσι ή πρόπερσι, παρά το ότι πίστευα ότι ανυπομονώ να τις συνεχίσω. Εξαίρεση αποτελεί το «Peaky Blinders», που είναι εύκολο να το αγαπήσεις και δύσκολο να το ξεχάσεις· το πλεονέκτημα μιας σειράς που έχει δουλέψει τον χαρακτήρα της. Ίσως, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ότι οι σειρές που εκτίμησα περισσότερο είχαν βαριές υπογραφές πίσω τους, της Μάργκαρετ Άτγουντ («Handmaid’s Tale» και «Alias Grace») ή των Σίμον και Πελεκάνος («The Deuce»). Το «Game of Thrones» δεν χρειάζεται να το αναφέρω, πλέον είναι κοινωνική υποχρέωση, όχι τηλεοπτικό γεγονός. 

Αναγνωστικά: Από εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ που έκλεισα το «Στόουνερ» κουβαλάω ένα μικρό βάρος· της απώλειας ενός ανθρώπου που πρόλαβε μέσα από τις σελίδες του Τζον Γουίλιαμς να γίνει οικείος. Σπάνιο και (άρα) ανεκτίμητο. Σημαντική στο ημερολόγιο της χρονιάς ήταν και η εμπειρία της περιπετειώδους ανάγνωσης των «Τυφλών» του Νίκου Μάντη, ενώ διασκέδασα με τις σκοτεινές ψυχές που δημιουργεί ο Γιάλμαρ Σέντερμπεργκ στο «Δόκτωρ Γκλας» και συγκινήθηκα πολύ, πάρα πολύ, με το «Η λήθη που θα γίνουμε» του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε και την προσπάθεια του Κολομβιανού συγγραφέα να κρατήσει ζωντανά όλα όσα υπήρξε (για τον ίδιο) ο πατέρας του. Κρατάω επίσης αρκετά διηγήματα, όπως την εφιαλτική σύλληψη του
Φραντς Κάφκα «Η σωφρονιστική αποικία» και άλλα που βρίσκονται σε συλλογές όπως αυτή του Τομπάιας Γουλφ («Η χαρά του πολεμιστή»), τoυ Χένρι Τζέιμς («Έντεκα ιστορίες και ένας αποχαιρετισμός»), του Γκρεγκ Τζάκσον («Οι Άσωτοι»), του Χρήστου Οικονόμου («Οι κόρες του ηφαιστείου»).

Από τα καινούργια άλμπουμ ξεχώρισα το «Life Without Sound» των Cloud Nothing, άφησα πολλές φορές σε επανάληψη το κάπως παλιομοδίτικο «A Deeper Understanding» των War on Drugs και εσχάτως ακούω την Bjork στο καινούργιο της παραμυθένιο «Utopia». Κατά τ’ άλλα, πέρασα περίπου έναν μήνα το καλοκαίρι προσπαθώντας να καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό το τόσο ελκυστικό στο φολκ πανηγύρι των Fleet Foxes που λέγεται «Crack-Up» – δεν είμαι βέβαιος ότι τα κατάφερα, αλλά δεν σταμάτησα να το απολαμβάνω. Τίποτα πάντως δεν ήταν πιο ενδιαφέρον από το «American Dream», στην πολυσυζητημένη επιστροφή των LCD Soundsystem. Ένας δίσκος που ακούγεται σαν ένα άθροισμα επιρροών δεκαετιών, που δημιουργεί ένα περιβάλλον νοσταλγίας και προβληματισμού, ένα ταξίδι σε μια γωνιά της μουσικής όπου όλα επιτρέπονται.  

Επίλογος με ένα σύντομο κινηματογραφικό σχόλιο (αν και με το γράμμα του νόμου ο κινηματογράφος δεν αποτελεί «οικιακή» ψυχαγωγία) την ώρα που πολλές από τις ταινίες που φαίνεται να ξεχωρίζουν για το 2017 δεν έχουν φτάσει ακόμα στη χώρα μας. Το καλοκαίρι, λοιπόν, ο Κρίστοφερ Νόλαν παρουσίασε στη «Δουνκέρκη» του έναν ακόμα τρόπο να μιλήσουμε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: με κάτι σαν, ας πούμε, πολεμικό βιντεοκλίπ, μαγευτικό στο μάτι, με έναν ρυθμό που σε αιχμαλωτίζει από το πέμπτο περίπου δευτερόλεπτο μέχρι τους τίτλους τέλους, έτσι ώστε ο τρόμος και η τραγωδία να γίνουν κτήμα σου. Αυτό το τελευταίο θα μπορούσε από μόνο του να θεωρηθεί επίτευγμα. Από αυτά που κάνουν τα αριστουργήματα να ξεχωρίζουν από τις απλώς καλές ταινίες. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ