ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Aπόδοση επενδύσεων, υπερφορολόγηση, εργασία

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΪΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στη χώρα μας παραμένουν σε αρνητική τροχιά και δυσκολεύονται να ανακάμψουν στα επίπεδα προ της κρίσης, που ανέρχονται στα 50 δισ. ευρώ, περίπου, ενώ σήμερα μόλις που ξεπερνούν τα 20 δισ., με 32 δισ. όμως αποσβέσεις, με αποτέλεσμα η διαφορά των 12 δισ. να καταγράφεται ως αρνητική αποταμίευση. Με βάση το μοντέλο αντισταθμιστικής αποταμίευσης κεφαλαιουχικών αγαθών, ο homo economicus πρωτίστως ενδιαφέρεται για δύο πράγματα πριν προβεί στην πράξη της επένδυσης, αφενός για την αποδοτικότητά της και αφετέρου συνυπολογίζει το ρίσκο που παίρνει για τη συγκεκριμένη επένδυση.

Η αποδοτικότητα μιας επένδυσης σήμερα, με άλλα λόγια ο δείκτης κερδοφορίας, επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις όχι μόνο του μέλλοντος αλλά και σε παρόντα χρόνο με περαιτέρω αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση.

Το εμπόδιο της υπερφορολόγησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών σε συνδυασμό με τις παράλογες ασφαλιστικές εισφορές λειτουργεί επίσης ανασταλτικά στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων, που για μεν τις επιχειρήσεις περιορίζονται τα επενδεδυμένα κεφάλαια είτε για ανανέωση και εκσυγχρονισμό π.χ. του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού είτε για νέες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, για δε τα νοικοκυριά περιορίζεται το διαθέσιμο αγοραστικό εισόδημα με αρνητική επιρροή στον κύκλο εργασιών και στην κερδοφορία των επιχειρήσεων σε όλη την αλυσίδα αξίας παραγωγής - μεταποίησης - κατανάλωσης.

Η υπερφορολόγηση στην Ελλάδα είναι, τελικά, προνόμιο των ολίγων καθώς το 20% των φορολογουμένων πληρώνει το 83% των φόρων, δηλαδή στα 8,8 εκατομμύρια Ελλήνων τα 7 εκατομμύρια πληρώνουν από τίποτε έως 200 ευρώ, οι υπόλοιποι επιβαρύνονται με περίπου 4.000 ετήσιους φόρους. Αυτό πραγματικά θα πει δίκαιη ισοκατανομή φορολογικών βαρών στους πολίτες. Η μεσαία τάξη διαλύεται, καταστρέφεται σταδιακά τα τελευταία 15 χρόνια, μεθοδικά όμως και με συγκεκριμένο σχέδιο με ευθύνη συνόλου του διεφθαρμένου πολιτικού-κομματικού συστήματος.

Από την άλλη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ετησίως που έχει δεσμευθεί η Ελληνική Δημοκρατία για τα επόμενα 5 χρόνια, δηλαδή έως το 2022, δεν θα επιτρέψουν στην οικονομία να ανασάνει και να κινητροδοτήσει τους μηχανισμούς-εργαλεία ανάπτυξης.

Η βαριά δημοσιονομική συμπίεση θα δείξει τα αποτελέσματά της σε λίγα χρόνια, όταν δεν θα υπάρχει φορολογική βάση να φορολογήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις. Η συμμετοχή της απασχόλησης στην οικονομία συνεχίζει να παραμένει προβληματική και εμείς στεκόμαστε στο αν το 27% της ανεργίας πήγε στο 23%, ενώ η ανεργία των νέων παραμένει εξαιρετικά υψηλή γύρω στο 50% με αντίστοιχα επίπεδα brain drain της τάξης των 500.000 νέων ανθρώπων που αναζητούν την τύχη τους σε πιο άξιες και δίκαιες χώρες. Ο αρνητικός ρυθμός αποταμίευσης θα συνεχίζει όσο το πέπλο της ανασφάλειας για το μέλλον δεν θα μειώνεται, ενώ το τέλος των μνημονίων που κάποιοι αφελείς θεωρούν ως επιτυχία θα καταλήξει σαν τον πρώιμο τοκετό που προκαλεί στο νεογέννητο αναπνευστικά προβλήματα και όχι μόνο.

Το τέλος του μνημονίου συμφέρει μόνο τους Ευρωπαίους που θέλουν να απαλλαγούν από εμάς το συντομότερο, δεν συμφέρει όμως εμάς, καθώς από την επιτοκιακή προστασία των ευρωπαϊκών μηχανισμών θα πέσουμε στην αγκαλιά των άγριων αγορών με επιτοκιακές αποδόσεις πάνω από 5%. Το ερώτημα είναι αν αυτό θα το αντέξουμε και για πόσο καιρό, αφού η οικονομία δεν είναι ακόμη έτοιμη, αδυνατεί να εμπνεύσει επενδυτές αλλά και να ολοκληρώσει δομικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στο φορολογικό σύστημα, στην απονομή δικαιοσύνης, στις αγορές προϊόντων και εργασίας. Πράγματι είχε δίκιο ο Αϊνστάιν όταν έλεγε ότι δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη ανοησία. Για μεν το πρώτο είναι βέβαιο και αποδεδειγμένο εδώ και πολλά χρόνια, για δε το δεύτερο, έχουμε τη χαρά όχι μόνο να το βλέπουμε να επιβεβαιώνεται καθημερινά, αλλά και να το επικροτούμε διά της συμμετοχής μας.

* Ο δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι μέλος της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων (ΑΕΑ) και αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ