ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Το οικονομικό μας πρόβλημα σε βάθος εκατονταετίας

ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΛΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ​​κ. Τσίπρας υπόσχεται έξοδο από τα μνημόνια και επιστροφή στην κανονικότητα. Η καλλιέργεια, κατά τη γνώμη μου, της παραπάνω ψευδαίσθησης αγνοεί το οφθαλμοφανές: είτε μας αρέσει είτε όχι, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε από μόνοι τα χρέη μας, βρισκόμαστε, και θα εξακολουθούμε να βρισκόμαστε, υπό καθεστώς συνεχούς επιτήρησης ή/και εποπτείας. Κάτι που φαίνεται και από το ότι έχουμε αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% μέχρι το 2022 και περίπου 2% από εκεί και μετά, μέχρι και το «σωτήριο» έτος 2060...

Δυστυχώς όμως, οι παραπάνω δεσμεύσεις αγνοούν ότι η ελληνική οικονομία έχει ήδη «λυγίσει». Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας, παρουσιάζω, στο Γράφημα 1, την οικονομική επίδοση της ελληνικής οικονομίας σε βάθος εκατονταετίας. Τα χρονολογικά στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων της διακεκριμένης καθηγήτριας Carmen Reinhart (http://www.carmenreinhart.com/data/browse-by-topic/topics/16/) από το Harvard University.

Η Ελλάδα έχει βιώσει από το 2008 μέχρι σήμερα οκταετή ύφεση με μοναδική εξαίρεση το 2014. Οι εκτιμήσεις του 2017 κάνουν λόγο για ανάπτυξη κοντά στο 1,6% ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι, όταν με το καλό φτάσουμε στο 2022, η οικονομία μας σίγουρα θα «κατεβάσει ταχύτητα» αναπτυσσόμενη μόνο κατά 1% (http://www.imf.org/external/ pubs/ft/weo/2017/02/weodata/weorept.aspx?pr.x=65&pr.y=8&sy=2017&ey=2022&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=.&br=1&c=174&s=NGDP_RPCH%2CGGXONLB_NGDP&grp=0&a).

Κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι στον βαθμό που οι παραπάνω προβλέψεις επαληθευθούν, ο γνωστός «δημοσιονομικός κόφτης» θα ενεργοποιείται συνεχώς μήπως και επιτύχουμε τα αλλοπρόσαλλα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ. Αυτό θα συμβεί ανεξάρτητα από το εάν βγούμε ή όχι από τα μνημόνια, όπως ο κ. Τσίπρας αρέσκεται να επαναλαμβάνει...

Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η οικονομική «νηνεμία» με τη μορφή ιδιαίτερα χαμηλών προσδοκώμενων ρυθμών ανάπτυξης μέχρι τουλάχιστον και το 2022 απογοητεύει και τούτο επειδή από ιστορική άποψη (ήτοι από το 1914 μέχρι σήμερα) η Ελλάδα έχει επιτύχει μέσο ιστορικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,2%.

Η σημερινή οικονομική κατάσταση απογοητεύει ακόμα περισσότερο βλέποντας από τα στοιχεία του γραφήματος ότι η Ελλάδα έχει στο παρελθόν βιώσει τέσσερα έτη οξείας ύφεσης στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δύο έτη σχετικά «μικρής» ύφεσης μετά το Κραχ του 1929 και, βέβαια, οκτώ έτη βαθιάς ύφεσης μόλις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτό που δηλαδή μαθαίνουμε από τα ιστορικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας είναι ότι η διάρκεια (αν και όχι το μέγεθος) της ύφεσης από το 2008 μέχρι σήμερα είναι ανάλογη εκείνης που ζήσαμε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου!

Εδώ λοιπόν επανέρχεται το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας το οποίο εξακολουθεί να μας... καταδιώκει: το ελληνικό χρέος, για το οποίο υπάρχουν στοιχεία από το 1884 και μετά, παραμένει εξαιρετικά υψηλό – βλέπε πάλι το Γράφημα 1 (https://www.imf.org/en/Publications/WP/Issues/2016/12/31/A-Historical-Public-Debt-Database-24332). Μάλιστα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι από το 180,17% του ΑΕΠ το 2017, το χρέος θα αυξηθεί στο 184,48% του ΑΕΠ το 2018 και μετά θα μειωθεί κάπως, παραμένοντας, όμως, άνω του 160% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022 (https://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2017/02/weodata/weorept.aspx?pr.x=48 &pr.y=10&sy=2015&ey=2022&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=.&br=1&c=174&s=GGXWDG_NGDP&grp=0&a=).

Η ουσία λοιπόν του προβλήματος παραμένει ότι όσο το χρέος μας κρίνεται μη βιώσιμο, άλλο τόσο αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις θα καταλήγουν... μη βιώσιμες και τούτο επειδή θα καταρρέουν λόγω της ανάγκης λήψης νέων υφεσιακών μέτρων μήπως και, με μαγικό τρόπο, το χρέος μας «επιστρέψει» σε «βιώσιμο».

Σε κάθε περίπτωση, η γενική εκτίμηση είναι ότι το 2018 θα ξεκινήσουν συζητήσεις για την απομείωση του ελληνικού χρέους βάσει (και) της «γαλλικής πρότασης», σύμφωνα με την οποία η αποπληρωμή του χρέους θα αυξάνει όσο ενισχύεται ο ρυθμός οικονομικής μας ανάπτυξης.

Μακάρι να σφάλλω, αλλά μια τέτοια πρόταση θα παρουσιάσει μεγάλη δυσλειτουργία. Και τούτο επειδή υπάρχει ένα μη αμελητέο πρόβλημα με τη μέτρηση του ρυθμού ανάπτυξής μας.

Πράγματι, με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η χώρα μας κατέγραψε ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,3% το τρίτο τρίμηνο του 2017 σε σχέση με ετήσια αύξηση 1,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2017 (http://www.statistics.gr/documents/20181/9e46a3e6-bc7f-4b65-99a9-e69a95bc8038).

Να σημειωθεί όμως ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις αναθεωρούν με ιδιαίτερα αισθητό τρόπο (και προς το καλύτερο) την ετήσια ανάπτυξη 0,8% που προέβλεπε η ΕΛΣΤΑΤ προηγουμένως για το δεύτερο τρίμηνο του 2017 (http://www.geotee.gr/MainNewsDetail.aspx?CatID=1&RefID=20528&TabID=5).

Αφού λοιπόν η αναθεώρηση αλλάζει με τόσο «δραματικό» τρόπο την οικονομική μας επίδοση, το (όποιο) μοντέλο απομείωσης χρέους ως συνάρτηση του ρυθμού οικονομικής μας ανάπτυξης σίγουρα χάνει μεγάλο (;) μέρος της αξιοπιστίας του.

Eάν λοιπόν μπορέσουμε να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο καταγράφουμε τις μεταβολές του ΑΕΠ μας, τότε, και μόνο τότε, θα μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η πρόταση σύνδεσης χρέους με την ανάπτυξη θα καταστεί λειτουργική, με την έννοια ότι οι μελλοντικές αποπληρωμές χρέους θα ανταποκρίνονται «πλήρως» στις οικονομικές μας δυνατότητες!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ