ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΡΟΥΚΣ / THE NEW YORK TIMES

Η πρόκληση του νέου ριζοσπαστισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​ε ένα focus group με υποστηρικτές του Ρόι Μουρ στην Αλαμπάμα, ένας από τους ψηφοφόρους είπε ότι οι γυναίκες που κατηγορούσαν τον δικαστή για σεξουαλική παρενόχληση είχαν πληρωθεί για να το κάνουν. Οι περισσότεροι από τους άλλους συμμετέχοντες στο focus group συμφώνησαν.

Το επεισόδιο αποτυπώνει την τρέχουσα συγκυρία: την απώλεια πίστης σε θεσμούς, την τάση προς συνωμοσιολογία, την επιθυμία για ολοκληρωτική αλλαγή, την πεποίθηση ότι κάποιες φορές αξίζει να υποστηρίξει κανείς το μεγαλύτερο κάθαρμα για να την πετύχει – και να είναι διατεθειμένος να αγνοήσει τα γεγονότα προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή του.

Η στάση αυτή είναι εμφανής μεταξύ των οπαδών του Τραμπ στα δεξιά, αλλά και στην Αριστερά. Οι σοσιαλιστές του Σάντερς και οι μαχητές για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι εξίσου πεπεισμένοι ότι το παιχνίδι είναι στημένο, ότι οι κυβερνώντες είναι διεφθαρμένοι και ότι πρέπει το οικοδόμημα συνολικά να συντριβεί. Η μετριοπαθής Αριστερά αποδεκατίζεται ανά την Ευρώπη και το ίδιο πιθανότατα θα συμβεί και στις ΗΠΑ. Ζούμε στην εποχή του ριζοσπαστισμού.

Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα, ωστόσο, είναι ασυνήθιστος. Κατ’ αρχάς, έχουμε ριζοσπαστική οργή χωρίς ριζοσπαστικές πολιτικές. Ο λαϊκισμός τύπου Τραμπ ουρλιάζει να τιναχθούν όλα στον αέρα και να στραγγιστεί ο βούρκος. Αλλά οι πολιτικές του Τραμπ είναι μια τυπική μορφή κορπορατισμού. Οι αριστεροί ριζοσπάστες μιλούν συχνά για τα συστήματα καταπίεσης και θεσμοθετημένης αδικίας. Αλλά δεν θυμίζουν σε τίποτα τους ριζοσπάστες των δεκαετιών του ’30 και του ’60.

Οι σημερινοί ριζοσπάστες δεν θέλουν να ανατρέψουν το σύστημα αξιοκρατίας, που έχει δημιουργήσει μια ιεραρχία καστών που αναπαράγει την ανισότητα. Δεν θέλουν να σταματήσουν την τεχνολογική καινοτομία, που εκτοπίζει εκατομμύρια από την αγορά εργασίας. Δεν έχουν σχέδια υπέρβασης του ατομισμού, που διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό.

Δεύτερον, ο ριζοσπαστισμός τού σήμερα αφορά περισσότερο θέματα ταυτότητας παρά κοινωνικά προβλήματα. Τόσο οι δεξιοί λαϊκιστές όσο και οι μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης εστιάζουν περισσότερο στην αποκήρυξη εκείνων τους οποίους μισούν παρά στην αντιμετώπιση χειροπιαστών προβλημάτων.

Τρίτον, ο νέος ριζοσπαστισμός θεωρεί ότι ο πόλεμος είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Υπό την επιρροή του Σαούλ Αλίνσκι, που ήταν πάντα δημοφιλής στην Αριστερά αλλά πλέον είναι της μόδας στις τάξεις του «Tea Party» και του «Alt Right», η ζωή εκλαμβάνεται αναπόφευκτα ως μια μάχη μεταξύ του λαού και των ελίτ, των εχόντων και των μη εχόντων ή, όπως το έθεταν οι κληρονόμοι του, μεταξύ των λευκών και των μαύρων, των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατών, του Ισλάμ και της Δύσης. Αν δεν βλέπεις τη ζωή έτσι, είσαι κορόιδο.

Τέταρτον, υπάρχει μια δόλια ερμηνεία της ανθρώπινης φύσης. Οι σημερινοί ριζοσπάστες, πιστεύοντας ότι η ζωή είναι μια μάχη, θεωρούν την ηθική ευπρέπεια μια μορφή υποκρισίας. Ο σωστός ριζοσπάστης πρέπει να διαπράξει κακές πράξεις για καλούς σκοπούς.

Οι ριζοσπάστες έχουν άδικο ότι οι θεσμοί της σύγχρονης ζωής –η καινοτομία, η αξιοκρατική κοινωνία, η διαχείριση της μετανάστευσης, η παγκοσμιοποίηση– είναι θεμελιωδώς διεφθαρμένοι. Αυτό που χρειάζεται είναι μεταρρυθμίσεις που θα αφορούν τα αρνητικά υποπροϊόντα, όχι διάλυση των θεσμών. Η ανανέωση αυτή απαιτεί το αντίθετο από τη φιλοσοφία των ριζοσπαστών. Προϋποθέτει την πεποίθηση πως η ζωή προσομοιάζει περισσότερο σε διάλογο παρά σε πόλεμο, ότι μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί αν απευθυνόμαστε στην πιο ευγενή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Οι ριζοσπάστες αναζητούν νόημα στο λάθος μέρος και με τον λάθος τρόπο. Με την αναζήτησή τους αυτή, καταστρέφουν το πολιτικό μας σύμπαν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ