ΚΟΣΜΟΣ

Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ*

Η ορκωμοσία του Ρίτσαρντ Νίξον ως προέδρου, Ιανουάριος 1969.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στο πρώτο μισό του 1968 η αμερικανική κοινωνία είχε υποστεί ισχυρά πλήγματα. Στα τέλη Ιανουαρίου είχε ξεκινήσει η μεγάλη κομμουνιστική επίθεση Τετ στο Βιετνάμ, που αποκάλυψε στην αμερικανική κοινωνία ότι παρά τα τρία χρόνια χερσαίων μαχών και μαζικών αεροπορικών βομβαρδισμών και παρά την αποστολή εκστρατευτικού σώματος μισού εκατομμυρίου οπλιτών, ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν σφοδρότερα από ποτέ άλλοτε. Στα τέλη Μαρτίου αναγκάστηκε ως εκ τούτου να αποσυρθεί ο πρόεδρος Τζόνσον από τις προεδρικές εκλογές (το 1964 είχε εκλεγεί με το υψηλότερο ποσοστό της λαϊκής ψήφου σε ανταγωνιστική εκλογή στην αμερικανική ιστορία).

Τον Απρίλιο δολοφονήθηκε ο μεγάλος ηγέτης των μαύρων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Τον θάνατό του ακολούθησαν ταραχές στις μαύρες γειτονιές και σε γκέτο σε 130 πόλεις, προκαλώντας 46 θανάτους. Τον Ιούνιο δολοφονήθηκε ο Ρόμπερτ Κένεντι, αδελφός του αδικοχαμένου προέδρου Τζον Κένεντι.

Η ανακήρυξη των υποψηφίων για την προεδρία

Λόγω του αντιπολεμικού κινήματος, οι διοργανωτές των εθνικών συνεδρίων των δύο κομμάτων τον Αύγουστο 1968 ανέμεναν μεγάλες διαδηλώσεις έξω από τα συνεδριακά κέντρα. Από τη σκοπιά αυτή οι Ρεπουμπλικανοί στάθηκαν πιο τυχεροί. Το συνέδριό τους στις αρχές Αυγούστου είχε προγραμματιστεί να γίνει σε ένα μικρό νησάκι στο Μαϊάμι Μπιτς, που συνδεόταν με την ηπειρωτική Φλόριντα με δύο μόλις γέφυρες, οπότε ήταν εύκολο για την αστυνομία να κρατήσει μακριά τους διαδηλωτές.

Στο ρεπουμπλικανικό εθνικό συνέδριο στις αρχές Αυγούστου, το προεδρικό χρίσμα διεκδίκησαν ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Ρόναλντ Ρέιγκαν, εκπροσωπώντας τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, ο κεντροαριστερός κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Νέλσον Ρόκφελερ και ιδεολογικά μεταξύ τους ο κεντρώος πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον. Το συνέδριο έδωσε το προεδρικό χρίσμα στον Νίξον από την πρώτη ψηφοφορία, με οριακή όμως απόλυτη πλειοψηφία. Ο Νίξον, που είχε πάρει το χρίσμα και το 1960 και είχε ηττηθεί από τον Κένεντι, δήλωσε στην αρχή της ομιλίας του στο συνέδριο: «Αυτή τη φορά θα νικήσουμε!».

Οι Δημοκρατικοί

Το Δημοκρατικό εθνικό συνέδριο έλαβε χώρα στα τέλη Αυγούστου σε συνεδριακό κέντρο στο κεντρικό Σικάγο, όπου ήταν δύσκολο για την αστυνομία να κρατήσει μακριά τους διαδηλωτές. Ο δήμαρχος του Σικάγου Ρίτσαρντ Ντέιλι, ο ισχυρότερος κομματάρχης στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή, είχε προειδοποιήσει ότι δεν θα ανεχόταν ταραχές στην πόλη του. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου η αστυνομία του Σικάγου επιτέθηκε στους διαδηλωτές με υπερβάλλοντα ζήλο, στέλνοντας περίπου πεντακόσιους σε νοσοκομεία. Κατόπιν, μια εξεταστική επιτροπή απέδωσε αποκλειστική ευθύνη για τις βιαιοπραγίες στην αστυνομία, στις δημοσκοπήσεις ωστόσο μεγάλες πλειοψηφίες της αμερικανικής κοινωνίας ήταν με το μέρος της.

Απουσία Τζόνσον

Οι εντάσεις στους δρόμους μεταφέρθηκαν και μέσα στο συνέδριο. Οταν ο Κεντροαριστερός γερουσιαστής Αβραάμ Ρίμπικοφ κατήγγειλε τις τακτικές γκεστάπο της αστυνομίας του Σικάγου, ο δήμαρχος Ντέιλι απάντησε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς (που δεν μπορούν να αναπαραχθούν εδώ).

Σφοδρές ήταν και οι συγκρούσεις μεταξύ του κομματικού κατεστημένου και της αντιπολεμικής μειοψηφίας, εντείνοντας την εικόνα διάλυσης του Δημοκρατικού κόμματος. Ο πρόεδρος Τζόνσον δεν εμφανίστηκε καθόλου στο συνέδριο του κόμματός του, για να μην προκαλέσει τους αντιπολεμικούς διαδηλωτές.

Το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών πήρε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Χιούμπερτ Χάμφρι, παρότι δεν είχε κερδίσει ούτε μια προκριματική εκλογή. Η πλειοψηφία των συνέδρων που τον ψήφισε προερχόταν από τα δύο τρίτα των πολιτειών που τότε δεν είχαν προκριματικές, τους συνέδρους των οποίων επέλεγαν οι πολιτικοί τους. Αντιδρώντας σε αυτήν την κατάσταση, η κεντροαριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών άλλαξε το 1971 τους κανόνες, ώστε από το 1972 και μετά να εκλέγονται όλοι οι σύνεδροι μέσω προκριματικών ή άλλων ανοικτών εκλογικών διαδικασιών.

Οριακή επικράτηση του Νίξον

Το φθινόπωρο του 1968 ο προεκλογικός αγώνας εξελίχθηκε σε τριγωνική αναμέτρηση με την κάθοδο στις προεδρικές εκλογές του ρατσιστή πρώην Δημοκρατικού κυβερνήτη της Αλαμπάμα Τζορτζ Ουάλας επικεφαλής τρίτου κόμματος. Ο Ουάλας είχε απήχηση σε δύο σημαντικές ομάδες της αμερικανικής κοινωνίας, που για δεκαετίες ψήφιζαν συντριπτικά υπέρ των Δημοκρατικών: α) τους ρατσιστές λευκούς του Νότου, που είχαν δυσαρεστηθεί από την κατάργηση του θεσμοθετημένου φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες από τον πρόεδρο Τζόνσον με τους νόμους του 1964 και του 1965 και β) τους λευκούς της εργατικής τάξης στον Βορρά που έμεναν σε υποβαθμισμένες συνοικίες κοντά στα μαύρα γκέτο των αμερικανικών πόλεων και που υφίσταντο ιδιαίτερα το κόστος της αυξημένης εγκληματικότητας από το 1965 και μετά, στα μαύρα γκέτο και στις παρακείμενες περιοχές. Χωρίς τον Ουάλας, αυτές οι ομάδες θα υποστήριζαν κατά τεκμήριο τον Νίξον. Η κάθοδος του Ουάλας στις εκλογές έκανε το αποτέλεσμα αβέβαιο.

Τελικά, στις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 1968 νίκησε ο Ρίτσαρντ Νίξον. Η νίκη ήταν οριακή. Ο Νίξον πήρε 43,4% της λαϊκής ψήφου, έναντι 42,7% του Χάμφρι και 13,5% του Ουάλας. Στο εκλογικό κολέγιο πήρε 301 εκλέκτορες, έναντι 191 του Χάμφρι και 46 του Ουάλας, που σημαίνει ότι αν οι δύο αντίπαλοί του είχαν πάρει (άσχετα ποιος από τους δύο) 32 επιπλέον εκλέκτορες, θα στερείτο της απαραίτητης απόλυτης πλειοψηφίας των εκλεκτόρων και την εκλογή του νέου προέδρου θα αποφάσιζε η Βουλή των Αντιπροσώπων, που είχε δημοκρατική πλειοψηφία.

Κλείνει ο κύκλος του Νιου Ντιλ

Για τον κεντροαριστερό φιλελευθερισμό οι εκλογές αποτέλεσαν βαρύτατο πλήγμα, που τερμάτισε τη μεταπολεμική ιδεολογική ηγεμονία του. Το αποκορύφωμα της μεταπολεμικής επιρροής των κεντροαριστερών φιλελεύθερων ήταν το 61% του Τζόνσον το 1964. Το 1968 το 57% ψήφισε κατά του κεντροαριστερού φιλελευθερισμού, μια μετατόπιση σε τέσσερα χρόνια σχεδόν του ενός πέμπτου του εκλογικού σώματος. Ως εκ τούτου, το 1968 έκλεισε ο κύκλος του Νιου Ντιλ και έκτοτε το ιδεολογικό κέντρο βάρους της εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ έχει μετατοπιστεί δεξιότερα.

Αυτό φαίνεται από το γεγονός, ότι έκτοτε συντριπτικές νίκες με διαφορά τουλάχιστον έξι ποσοστιαίων μονάδων της λαϊκής ψήφου είχαν οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι για την προεδρία τέσσερις φορές – επανεκλογή του Νίξον το 1972 με 60%, εκλογή του Ρέιγκαν το 1980 με 51% έναντι 42% του Κάρτερ, επανεκλογή του Ρέιγκαν το 1984 με 59% και εκλογή του πρεσβύτερου Μπους το 1988 με 53,4% έναντι 45,6% του Δουκάκη. Μόλις ένας Δημοκρατικός υποψήφιος μετά το 1968 πέτυχε τέτοια νίκη, ο Ομπάμα το 2008 με 52,9% έναντι 45,7% του Μακέιν. Ειδικότερα, κατά τη μακρά περίοδο μεταξύ 1968 και 2008, ο μόνος Δημοκρατικός υποψήφιος για την προεδρία που κατάφερε να πάρει πάνω από το 50% της λαϊκής ψήφου ήταν ο Τζίμι Κάρτερ το 1976 με 50,1%.

* Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ