ΕΛΛΑΔΑ

«Στην Τουρκία μας θεωρούν τρομοκράτες με γραβάτα»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Δύο κορίτσια οικογένειας Τούρκων φυγάδων στην Τουρκία με τον παππού τους προτού περάσουν στην Ελλάδα με τη βοήθεια διακινητή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε κεντρική γειτονιά της Αθήνας, σε διαμέρισμα με λευκούς τοίχους και λιτή επίπλωση που έκλεισε μέσω της υπηρεσίας Airbnb, ο Τούρκος φυγάς I. απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους στην πατρίδα του θεωρείται «τρομοκράτης με γραβάτα». Η μεγάλη κόρη του φοιτούσε σε εκπαιδευτικό ίδρυμα και η σύζυγός του εργαζόταν σε κλινική που σχετιζόταν με το δίκτυο του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, ενώ ο ίδιος είχε λάβει στεγαστικό δάνειο από την Asya Bank. «Εχουμε φακελωθεί γι’ αυτά τα “παραπτώματα”», λέει.

Μετά τη νύχτα της 15ης Ιουλίου 2016, οποιαδήποτε σύνδεση με το δίκτυο του Γκιουλέν, ο οποίος θεωρείται από την τουρκική κυβέρνηση υποκινητής της απόπειρας πραξικοπήματος, μπορεί να οδηγήσει σε διώξεις και μακρά φυλάκιση. Κρατώντας το πράσινο διαβατήριό του (που κατέχουν οι Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι), ο 44χρονος Ι. περιγράφει τα στάδια της «κοινωνικής εξόντωσης», όπως την αποκαλεί, στην πατρίδα του. Πρώτα απολύθηκε από το υπουργείο όπου εργαζόταν, έπειτα ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του και δύο φορές τον αναζήτησε η αστυνομία στο σπίτι του για τον συλλάβει.

«Σε όλη μου τη ζωή, πέρα από κλήσεις της τροχαίας, δεν είχα παρανομήσει», υποστηρίζει. «Ωσπου αναγκάστηκα να αναζητήσω διακινητή για να περάσω με την οικογένειά μου στην Ελλάδα».

Σε παρόμοια διαμερίσματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν καταφύγει δεκάδες οικογένειες Τούρκων πολιτών μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Τα εκκρεμή αιτήματα ασύλου ξεπερνούν τα χίλια, ενώ όπως είχε αποκαλύψει η «Κ», τον Αύγουστο τουλάχιστον ένα έχει γίνει δεκτό. Ο φόβος, όμως, για την τύχη συγγενών που άφησαν πίσω δεν επιτρέπει σε πολλούς ακόμη να μιλήσουν επώνυμα.

Ο Σωτήρης Λίβας, δικηγόρος και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, παρατηρεί αύξηση των αφίξεων τις τελευταίες εβδομάδες. Εχει συνδράμει νομικά Τούρκους φυγάδες σε περίπου 60 περιπτώσεις. Τους προετοιμάζει για τη διαδικασία της συνέντευξης στην Υπηρεσία Ασύλου, αναλαμβάνει απλές επικυρώσεις εγγράφων, ή προωθεί αιτήματα οικογενειακής επανένωσης. Είναι τόσος ο φόρτος εργασίας του, που η δίωρη συνάντησή μας διακόπτεται τρεις φορές από τηλεφωνήματα Τούρκων πολιτών.

Καθυστερήσεις με το άσυλο

«Απορούν γιατί η διαδικασία χορήγησης ασύλου είναι εξαιρετικά αργή», λέει. «Οσο καθυστερούν οι αποφάσεις τόσο πιο πολύ ανησυχούν ότι μπορεί να γίνει ένα αλισβερίσι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας». Δικηγόροι, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίου, δάσκαλοι και γιατροί ήταν μερικοί από αυτούς που έχουν επικοινωνήσει μαζί του. Σε μια περίπτωση γονείς φυγάδευσαν πρώτα τα παιδιά τους στο Βέλγιο και μετά διέσχισαν τα σύνορα μόνοι, καθένας χωριστά – η μητέρα μάλιστα χρειάστηκε να κολυμπήσει στον Εβρο.

Αυτή την περίοδο προσπαθεί να ξεδιαλύνει το μυστήριο γύρω από την οικογένεια Μαντέν, τα πέντε μέλη της οποίας αγνοούνται από τις αρχές Νοεμβρίου όταν επιχείρησαν να περάσουν με βάρκα στη Λέσβο. Ο Χουσεΐν Μαντέν και η γυναίκα του Νουρ ήταν δάσκαλοι στην πόλη Καστάμονου και απολύθηκαν από το σχολείο όπου εργάζονταν. Υπάρχουν υπόνοιες –βάσει περιγραφών– ότι δύο σοροί (ενός αγοριού και ενός ενήλικα) που ξεβράστηκαν στις ακτές του νησιού πριν από εβδομάδες ανήκουν σε μέλη της οικογένειας. «Δύο συγγενείς τους στην Τουρκία έχουν ήδη δώσει δείγματα DNA που στάλθηκαν στην Αθήνα για την ταυτοποίηση», λέει ο κ. Λίβας που ανέλαβε την εκπροσώπησή τους.

Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες που έχει ακούσει ο κ. Λίβας, στις δημόσιες υπηρεσίες όπου εργάζονταν κάποιοι εκ των γκιουλενιστών υπήρχαν λίστες προγραφής προ του πραξικοπήματος. Γνώρισε, όμως, και περιπτώσεις εύπορων Τούρκων που είχαν εξασφαλίσει διπλή υπηκοότητα επενδύοντας σε επιχειρήσεις του εξωτερικού. Οπως δύο φυγάδες που είχαν αποκτήσει διαβατήρια χωρών της Αφρικής. Με αυτά μπόρεσαν να εγκαταλείψουν την Τουρκία ανενόχλητοι. Η μόνη απορία ενός εκ των δύο ήταν σε ποιους σταθμούς θα ανεφοδίαζε το ιδιωτικό του τζετ.

Για την D.E., πάντως, το πέρασμα στην Ελλάδα δεν ήταν απλή υπόθεση. Ο άνδρας της εργαζόταν στην Αυστρία, ενώ εκείνη είχε εγκλωβιστεί στην Τουρκία χωρίς έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα. Μόνη, με τα τρία της παιδιά και έγκυος στον έβδομο μήνα. Απέφευγε να πάει στο νοσοκομείο γιατί φοβόταν ότι θα συλληφθεί. Στις 21 Νοεμβρίου 2016, με τη βοήθεια διακινητή τον οποίο είχε εντοπίσει ο πεθερός της, έφτασε με τα παιδιά της στην Αδριανούπολη. Για 6.000 ευρώ (αμοιβή που οριστικοποιήθηκε με παζάρια μετά την αρχική απαίτηση 15.000 ευρώ) αυτός ο άγνωστος άνδρας θα τους περνούσε απέναντι.

Ζωγραφιά κόρης της D.E. για το ταξίδι τους από την Τουρκία στην Ελλάδα.

Τονίζοντας τη θρησκευτικότητά της, η D.E. παρομοιάζει το ταξίδι της με την Εγίρα, τη φυγή-προσφυγιά του Μωάμεθ από τη Μέκκα. Θυμάται την ομίχλη που απλωνόταν στη χερσαία ζώνη των συνόρων, την αγωνία ότι οι διώκτες παρακολουθούσαν κάθε τους βήμα, τα φουσκωμένα νερά του Εβρου που την τρόμαξαν. «Μόλις είδα τη βάρκα στην όχθη του ποταμού σκέφτηκα τους Σύρους πρόσφυγες που πνίγονται στο Αιγαίο», λέει. Κατάφερε να σμίξει με το σύζυγό της στην ελληνική πλευρά.

Αλληλεγγύη στην Αθήνα

Το σχέδιο ήταν να επιβιβαστούν σε πλοίο στην Ηγουμενίτσα με προορισμό την Ιταλία. Τα διαβατήριά τους, όμως, δεν έγιναν δεκτά και ως μόνη λύση απέμενε η αίτηση ασύλου στην Ελλάδα. Παρότι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Πλάκα της Αθήνας τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια τους, ηλικίας 11 και 8 ετών, δεν ένιωθαν ασφαλή. Αρνούνταν να πάνε στο σχολείο και προέτρεπαν τον πατέρα τους να μην κυκλοφορεί. «Θα σε πιάσει η αστυνομία», του έλεγαν. Οι φόβοι τους υποχώρησαν σταδιακά.

Μια από τις εξόδους της οικογένειας στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Η Νταλεντίσε Γκρίτι, μετανάστρια από την Αλβανία και κάτοικος της περιοχής, έμενε απέναντι από την οικογένεια των Τούρκων. Παρά το γλωσσικό χάσμα κατάφερε να συνεννοηθεί μαζί τους. Επέμεινε τα κορίτσια να φοιτήσουν στο 74ο Δημοτικό, όπου ήταν μαθητές και τα δικά της παιδιά, και συνόδευσε την έγκυο D.E. στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα». «Το 2000 όταν ήρθα στην Ελλάδα από την Κορυτσά οι γείτονες με βοήθησαν και δεν ένιωσα ξένη», λέει.

Η Μαρία Καραγεώργου ήταν τότε πρόεδρος του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων στο 74ο Δημοτικό. «Μαζέψαμε χρήματα, ρούχα και οικιακά σκεύη για την οικογένεια. Ηταν γλυκύτατοι και ευγνώμονες για όλα», αναφέρει. Ακόμη κι αν πλέον μένει σε άλλη γειτονιά, η οικογένεια των Τούρκων δεν έχει ξεχάσει αυτές τις πράξεις αλληλεγγύης. «Δεν τους ένοιαξε εάν είμαστε Τούρκοι, ή μουσουλμάνοι», λέει η D.E. «Μας αγκάλιασαν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ