ΕΛΛΑΔΑ

«Ημασταν τυχεροί, είχαμε χρήματα για τους διακινητές»

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

60.000 άνθρωποι μπήκαν φυλακή στην Τουρκία, απλώς και μόνον με την υποψία στήριξης του κινήματος του Γκιουλέν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Προς το τέλος της συνάντησής μας επικρατεί ξαφνικά ένας μικρός πανικός. Ο μεταφραστής δεν μεταφράζει άμεσα τα όσα λέγονται, δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει. Τελικά, επρόκειτο για κάτι μάλλον ασήμαντο: είχαν ξεχάσει να βγάλουν κάτι στο τραπέζι, κάποιο κέρασμα. Η Α. τρέχει στην κουζίνα και ετοιμάζει το τσάι. Το σερβίρει στο παραδοσιακό φλιτζάνι σε σχήμα τουλίπας, ενώ σε πιατάκι προσφέρει στον καθένα και από τρία μπακλαβαδάκια. «Είναι από τον Güllüoglu» εξηγούν, τα φημισμένα ζαχαροπλαστεία της Κωνσταντινούπολης. «Ξέρετε ασφαλώς ότι ο ιδιοκτήτης τους (σ.σ. Φαρούκ Γκιουλούογλου, ιδιοκτήτης της ομώνυμης αλυσίδας) συνελήφθη και αυτός από το καθεστώς ως τρομοκράτης. Αν δεν το ξέρετε, είναι γιατί αυτές οι ειδήσεις δεν βγαίνουν προς τα έξω, όλα είναι κατευθυνόμενα σήμερα στην Τουρκία». Ο μπακλαβάς εκρήγνυται στο στόμα, τόσο γλυκός όσο στυφός.

Η Α. και ο Γ., στα 30 και στα 40, αντίστοιχα, μέχρι πριν από λίγους μήνες είχαν μια κανονική ζωή, μια τυπική ζωή δύο νέων γονιών στην Κωνσταντινούπολη – οι γιοι τους είναι τριών και ενός έτους. Είχαν τη δουλειά τους, τη δική του εταιρεία ο Γ., που είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός, με 25 άτομα προσωπικό, δασκάλα σε δημοτικό σχολείο η Α., δουλειά που λάτρευε, ένα άνετο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, δύο αυτοκίνητα, πολλούς φίλους. Σήμερα οι φίλοι τους έχουν σκορπίσει, πολλοί βρίσκονται στη φυλακή, άλλοι έχουν πεθάνει και οι ίδιοι βρίσκονται σε ένα μικρό διαμέρισμα στου Ζωγράφου στην Αθήνα, έχοντας μόλις βγει σώοι από έναν κανονικό εφιάλτη. «Εμείς είμαστε οι τυχεροί» λένε και το εννοούν.

Μολονότι θεωρούν ότι τα απίστευτα που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα στην Τουρκία έχουν απαρχή το σκάνδαλο διαφθοράς που έπληξε την κυβέρνηση Ερντογάν το 2013, η προσωπική τους περιπέτεια ξεκινά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016. «Ηταν ένα ψεύτικο πραξικόπημα, ώστε να έχουν δικαιολογία να κυνηγήσουν τους γκιουλενιστές». Διακόσιοι πενήντα άνθρωποι πέθαναν μέσα στο χάος εκείνων των ημερών, ενώ συνολικά 160.000 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν (γιατροί, δάσκαλοι, δικαστές, ακαδημαϊκοί), περιουσίες επιχειρηματιών κατασχέθηκαν, 60.000 άνθρωποι μπήκαν φυλακή, απλά με την υποψία στήριξης του κινήματος του Γκιουλέν. Στιγματίστηκαν, δίπλα στο όνομά τους μπήκε κωδικός, που τους απαγόρευε να εργαστούν οπουδήποτε. Κάποιοι απελπίστηκαν και αυτοκτόνησαν, άλλοι επέλεξαν να φύγουν παράνομα από τη χώρα.

Αμέσως μετά το πραξικόπημα, έγινε έφοδος από τις Αρχές τόσο στο σπίτι όσο και στην εταιρεία του Γ. Γιατί; Γιατί ήταν μέλος ένωσης επιχειρηματιών και γιατί διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα Bankasya. Κατά την τουρκική κυβέρνηση και τα δύο υποδηλώνουν στήριξη στον αυτοεξόριστο Γκιουλέν. «Κρύφτηκα για να μη συλληφθώ. Ο συνεταίρος μου συνελήφθη. Μας κατέσχεσαν τα πάντα» λέει στην «Κ». Τους επόμενους μήνες έγιναν άλλες 9 έφοδοι της αστυνομίας, ώσπου στο τέλος Δεκεμβρίου προσήγαγαν την Α. «Είναι γνωστή η μέθοδος. Ψάχνουν τους άνδρες και πιάνουν τις γυναίκες για εκβιασμό». Η προσωρινή της κράτηση εξελίχθηκε σε εξάμηνη φυλάκιση, μαζί με τον τρίχρονο γιο της. «Ημασταν 23 άνθρωποι σε ένα κελί, δεν χωράγαμε ούτε να ξαπλώσουμε στο πάτωμα» λέει εκείνη χαμηλόφωνα. Παρ’ όλ’ αυτά ποτέ δεν μίλησε.

Στην Ορεστιάδα

Ο Γ. ήξερε ότι δεν ήταν λύση να παραδοθεί. «Συχνά βασανίζουν τους συζύγους μπροστά στις γυναίκες και τα παιδιά τους, δεν θα το αντέχαμε αυτό». Αποφάσισε να δραπετεύσει στην Ελλάδα. Στα μέσα Ιανουαρίου πλήρωσε 5.000 ευρώ σε διακινητές, πέρασε τον Εβρο και έφτασε στην Ορεστιάδα. «Οι ελληνικές αρχές μας φέρθηκαν πολύ καλά, όταν περάσαμε τα σύνορα μας είπαν ότι δεν μπορούμε να σας απελάσουμε». Ο Γ. κρατήθηκε 25 μέρες στην Ορεστιάδα και πέρασε άλλες 45 μέρες σε προσφυγικό camp, ώσπου τον Μάρτιο κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα, όπου περίμενε να αποφυλακιστεί η γυναίκα του.

Η Α. αφέθηκε ελεύθερη λίγους μήνες αργότερα. Εκείνη αποφάσισε να περάσει στη Ρόδο με βάρκα μαζί με τα παιδιά. «Ηταν πολύ δύσκολο ταξίδι. Ημασταν κρυμμένοι στο αμπάρι από τις 12 τα μεσάνυχτα ώς τις 7 το πρωί. Για να τα καταφέρουμε, είπα στα παιδιά ότι παίζουμε ένα παιχνίδι. Το παιχνίδι της σιωπής. Θα έχανε όποιος έκανε φασαρία. Πράγματι, δεν μίλησαν καθόλου, αν και πιστεύω ότι ο μεγάλος είχε καταλάβει».

Ηταν αρχές του καλοκαιριού όταν η οικογένεια έσμιξε ξανά. Είναι μία από τις περίπου 300 οικογένειες Τούρκων που έχουν βρει καταφύγιο στη χώρα μας, έχοντας εκδιωχθεί από τη δική τους. Εχουν ήδη καταθέσει αίτημα ασύλου και περιμένουν την απόφαση. «Ημασταν τυχεροί γιατί είχαμε χρήματα να δώσουμε στους διακινητές. Μόνο γι’ αυτό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ