ΒΙΒΛΙΟ

Ανεμοκυνηγητό

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Στις μάταιες τις μέρες μου όλα εγώ τα είδα», γράφει ο Εκκλησιαστής. Στη φωτογραφία, μια τυπική για την εποχή της Vanitas, «Νεκρά Φύση» που αποδίδεται στον Herman Steenwijck, 1640. Συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου.

​Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα, σε απόδοση Θάνου Σαμαρτζή, ο «Εκκλησιαστής». Το εμβληματικό αυτό κείμενο είχε κυκλοφορήσει και το 2005, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ισαρη και επίμετρο του Μιχάλη Κοπιδάκη, από τις εκδόσεις Ολκός.

Πρόκειται για ένα κείμενο αγνώστου ταυτότητας, που αποδόθηκε στον Σολομώντα, άποψη που τηρήθηκε αδιαμφισβήτητα μέχρι τον 19ο αιώνα, για να ανατραπεί μετά.

Σήμερα θεωρείται βέβαιο, σύμφωνα με το επίμετρο της παρούσας έκδοσης, ότι ο συγγραφέας του «Εκκλησιαστή» είναι πολύ μεταγενέστερος του Σολομώντα. Η αρχική φυσικά σύνδεση του κειμένου με τον γιο του Δαυίδ, βασιλιά στην Ιερουσαλήμ, τοποθέτησε αυτό το –αγνωστικιστικό– κείμενο στην εβραϊκή Βίβλο και τη χριστιανική Παλαιά Διαθήκη.

Ακόμα και όσοι αγνοούν την ύπαρξη αυτού του κειμένου γνωρίζουν μια φράση του: «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότητης».

Ολα είναι μάταια φαίνεται να ισχυρίζεται ο Εκκλησιαστής σε ένα κείμενο που δεν θυμίζει σε τίποτα εκκλησιαστικό λόγο, αμφισβητεί ή μάλλον αρνείται τη ζωή μετά θάνατον και αποδίδει στον Θεό μια ουδέτερη και διόλου σπλαχνική στάση απέναντι στους ανθρώπους.

Δεν υπάρχει σκοπός στη ζωή, δεν υπάρχει νόημα, από τη στιγμή που υπάρχει ο θάνατος. Οι άδικοι θα αδικούν, οι δίκαιοι θα χάνονται, η χαρά θα εξατμίζεται και ο αγώνας θα γίνεται συνεχώς και αδιαλείπτως οδυνηρότερος. Η ζωή για τον άνθρωπο είναι μια επανάληψη από την οποία ποτέ κανείς δεν ξεφεύγει. Ο εγκλωβισμός είναι οι έγνοιες που γεμίζουν το κεφάλι του ανθρώπου και από αυτές δεν λυτρώνεται ποτέ.

«Ο δίκαιος και ο ασεβής και ο στραβός και ο ίσιος,
και ο βρώμικος και ο καθαρός
και ο μαύρος και ο άσπρος, και ο ευσεβής και ο άνομος
και ο ειλικρινής και ο ψεύτης
την ίδια μοίρα έχουν».

«Καλύτερη είναι η μέρα που πεθαίνεις, παρά εκείνη που γεννιέσαι»...

Διαβάζοντας με θλίψη το κείμενο του Εκκλησιαστή, αναρωτήθηκα για τον εαυτό μου τι αναζητώ σε αυτές τις γραμμές, μέρες που είναι.

Πώς μπορεί να γράψει κάποιος ένα κείμενο που καταλύει την ελπίδα για αυτόν τον κόσμο; Πώς διαβάζεται; Πώς ερμηνεύεται; Γιατί μέσα στη ροή του ενυπάρχουν όλα, περνά σαν άνεμος από τον απόλυτο μηδενισμό στη γλύκα της ανθρώπινης διάστασης.

Βρισκόμαστε στα Χριστούγεννα, στη μεγαλύτερη γιορτή της ελπίδας. Στη γέννηση του Θεανθρώπου, που ακόμα και αν πιστεύει κάποιος ή όχι στον χριστιανισμό, τα Χριστούγεννα πάντα φέρνουν κάτι από παιδική μυρωδιά μιας ζωής που έχει τη δυνατότητα να ανανεωθεί, να ξαναγεννηθεί, να υπάρξει ως φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Είναι η γιορτή όπου ενώ η φύση γιορτάζει τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, οι άνθρωποι κυνηγούν με πάθος ένα αστέρι να τους οδηγεί στο διάβα τους.

«Στις μάταιες τις μέρες μου όλα εγώ τα είδα», γράφει ο Εκκλησιαστής. Κανείς δεν δικαιώνεται και όλα χάνονται. Δεν υπάρχει έρμα να κρατηθούμε, ελπίδα, όνειρα, στηρίγματα, στόχοι, περιουσίες, ψυχικές και υλικές επενδύσεις. Τίποτα δεν μας γλιτώνει από τη δύναμη του αέρα που καιροφυλαχτεί.

Και τότε ποιο το νόημα;

Γιατί να ζούμε; Τα μεγάλα έργα βυθίζονται, οι άνθρωποι που αγαπήσαμε θα χαθούν, τα παιδιά μας θα γεράσουν, τα βιβλία θα ξεχαστούν, τα έργα τέχνης θα καταστραφούν, τα σπίτια μας παλιώνουν ημέρα με την ημέρα, η σοφία του κόσμου πέφτει στη λήθη, όλα επαναλαμβάνονται. Το κακό παραμένει κακό. Δεν αλλάζει, δεν μικραίνει, ίσως και να διογκώνεται.

Τότε γιατί όλη αυτή η φασαρία για μια ζωή μάταιη;

Γιατί τόσοι πόλεμοι; Γιατί τόσοι έρωτες;

«Αυτόν που σε έφτιαξε θυμήσου»... «Ενα σπουργίτι θα ακουστεί και οι πάντες θα ξυπνήσουν»... «Και έξω θα ανθίζει η αμυγδαλιά»... «Γλυκό είναι το φως, και για τα μάτια είναι καλό να βλέπουνε τον ήλιο»... «να χαίρεσαι, μικρέ... να χαίρεται η καρδιά σου»... «τράβα εκεί που σ’ οδηγεί η καθαρή καρδιά σου, τράβα εκεί που σ’ οδηγούν τα ανοιχτά σου μάτια»... «γελούσανε οι ζωντανοί, φτιάχνανε το ψωμί τους»...
«Αυτόν που σε έφτιαξε θυμήσου».

Αυτό το κείμενο δεν θα έπρεπε να ανήκει στην Αγία Γραφή. Αλλά ίσως αυτό το κείμενο ανήκει εκεί πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο. Γιατί μέσα στην απόλυτα μαυρίλα, στην παραδοχή ότι δεν υπάρχει δίκαιο, δεν υπάρχει λύτρωση, τιμωρία, σωτηρία, υπάρχουν μέσα εκεί, ανάμεσα, αυτοί οι μικροί γλυκείς στίχοι. Μπλεγμένοι ανάμεσα στα κρίματα του κόσμου. Και την ίδια στιγμή, ταξιδεύουν με μεγαλύτερη ορμή από τον θάνατο. Γιατί ναι, η ζωή είναι μάταιη και νόημα μπορεί να μην υπάρχει. Υπάρχει όμως κάτι που μπορεί ο καθένας για τον εαυτό του να αναζητήσει. Τη στιγμή. Αυτήν τη μικρή στιγμή όπου όλα μοιάζουν αθάνατα.

Και τελικά κανείς, ούτε καν ο Εκκλησιαστής, δεν μπορεί να μιλήσει για τη δική μας στιγμή. Για τη στιγμή που γίνεται αθάνατη, ακόμα και αν γνωρίζουμε στο βάθος της ύπαρξης ότι παίζουμε ανεμοκυνηγητό με τον θάνατο.

Χρόνια πολλά σε όλους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ