ΚΟΣΜΟΣ

Ιταλία: Οι πιο αβέβαιες εκλογές

REUTERS, A.P., ΑΠΕ

Ο Πάολο Τζεντιλόνι ορίστηκε πρωθυπουργός –ως ενδιάμεση λύση– μετά την πολιτική κρίση του Δεκεμβρίου του 2016. Αν οι εκλογές οδηγήσουν σε ακυβερνησία, η θητεία του ενδέχεται να παραταθεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιταλία

ΡΩΜΗ. Ολοταχώς προς τις «πιο αβέβαιες εκλογές της μεταπολεμικής Ιστορίας», όπως τις χαρακτήρισε η εφημερίδα Repubblica, οδεύει η Ιταλία, μετά τη διάλυση, χθες, της Βουλής από τον πρόεδρο Σέρτζιο Ματαρέλα. Ο Ματαρέλα ζήτησε από τον πρωθυπουργό Τζεντιλόνι να παραμείνει στη θέση του, καθώς είναι ορατό το ενδεχόμενο μετεκλογικής ακυβερνησίας, που θα απαιτήσει μακρά θητεία υπηρεσιακής κυβέρνησης. Επικρατέστερη ημερομηνία εκλογών θεωρείται η 4η Μαρτίου.

«Μετά τη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολεμικής περιόδου, η Ιταλία κινείται και πάλι», είπε ο Τζεντιλόνι ανακοινώνοντας τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου. «Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι επιτύχαμε έναν σημαντικό στόχο αυτής της κυβέρνησης, που ήταν να φθάσουμε σε συντεταγμένη λήξη της πενταετίας». Η θητεία της Βουλής ξεκίνησε το 2013 με πρωθυπουργό τον Ενρίκο Λέτα, ως επικεφαλής τεχνοκρατικής κυβέρνησης υποστηριζόμενης από το Δημοκρατικό Κόμμα και την Κεντροδεξιά του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, συνεχίστηκε με πρωθυπουργό τον επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος Ματέο Ρέντσι και στήριξη από μικρότερο τμήμα της Κεντροδεξιάς και ολοκληρώνεται με τον Πάολο Τζεντιλόνι.

Πολλαπλές διασπάσεις

Η ασφυκτική πίεση της κρίσης οδήγησε σε πολλαπλές διασπάσεις και ανασχεδιασμό του πολιτικού χάρτη, με το κόμμα του Μπερλουσκόνι (τον πάλαι ποτέ «Λαό της Ελευθερίας») να διασπάται σε πέντε κομμάτια και το Δημοκρατικό Κόμμα, σε τουλάχιστον δύο. Tα 10 κόμματα που εισήλθαν στη Βουλή και τη Γερουσία στις εκλογές του 2013 ξεπερνούν πλέον τα 20, ενώ οι βουλευτές και οι γερουσιαστές που ολοκληρώνουν τη θητεία τους σε διαφορετικό κόμμα από αυτό στο οποίο ξεκίνησαν ανέρχονται σε 345, αποτελούν δηλαδή το 36% του συνόλου.

Η ανάδυση, για πρώτη φορά, τρίτου πόλου στις εκλογές του 2013 παγιώθηκε, καθώς το Κίνημα 5 Αστέρων εδραιώθηκε και έφθασε να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, με ποσοστό που κυμαίνεται περί το 26%. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν περίπου 23% στο κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα και 16% στο Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι, ποσοστό που θα μπορούσε να φθάσει το 30% με την προσθήκη των συμμάχων του, της Λέγκας του Βορρά και των Αδελφών της Ιταλίας. Ακόμη και έτσι, δεν προβλέπεται να υπάρξει κυβερνητική πλειοψηφία, ενώ ο νέος εκλογικός νόμος (Rosatellum), ένα σύστημα κατά τα δύο τρίτα αναλογικό και κατά το ένα τρίτο πλειοψηφικό, δεν ευνοεί τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων.

«Η πολιτική αστάθεια δεν είναι ίδιον μόνον της Ιταλίας», είπε ο Τζεντιλόνι. «Αλλά είναι ένας κίνδυνος που πρέπει να αντιμετωπιστεί με αίσθημα ευθύνης και ικανότητα». Ο Ιταλός πρωθυπουργός έκανε λόγο για ανάκαμψη που δημιούργησε «ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας», αν και οι στατιστικές δείχνουν ότι ένας στους δύο νέους βρίσκεται είτε στην ανεργία είτε σε πρόγραμμα κατάρτισης, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των νέων θέσεων εργασίας είναι θέσεις επισφαλούς ή μερικής απασχόλησης. Η αδυναμία της ιταλικής Κεντροαριστεράς να προσφέρει διέξοδο στα προβλήματα αυτά έχει διαβρώσει την εκλογική της βάση, κατ’ αντιστοιχίαν με όσα συμβαίνουν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Κατά την προεκλογική περίοδο, τα κόμματα αναμένεται να πλειοδοτήσουν σε υποσχέσεις για μείωση των φορολογικών βαρών και για αποτελεσματικότερη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ