ΕΛΛΑΔΑ

Από φροντιστήρια... ιδιωτικά σχολεία

Του Απόστολου Λακασά

Νέα επιχειρηματική... πόρτα ανακαλύπτουν οι ιδιοκτήτες των φροντιστηρίων. Από τα μικρά φροντιστήρια της γειτονιάς, κατάφεραν να κάνουν τις επιχειρήσεις τους μεγαθήρια που εξυπηρετούν ολόκληρες περιοχές και τώρα πια τις μετατρέπουν σε ιδιωτικά σχολεία. Αυτές είναι οι τρεις φάσεις που διανύουν τα φροντιστήρια τα τέσσερα τελευταία χρόνια από τη στιγμή δηλαδή που εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση επί υπουργίας Γεράσιμου Αρσένη μέχρι σήμερα, που αποκρυσταλλώνονται οι συνέπειές της στο ελληνικό Λύκειο.

Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι για μία ακόμη φορά οι εκπαιδευτικές αλλαγές που επέφεραν τα τελευταία χρόνια οι ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας και είχαν μεταξύ άλλων στόχο τη μείωση της παραπαιδείας, τελικά διόλου δεν κατάφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντιθέτως, διόγκωσαν τον ρόλο των φροντιστηρίων στο εκπαιδευτικό σύστημα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν τέτοια δυναμική ώστε να μπορούν να μετατραπούν σε ιδιωτικά σχολεία. Ενδεικτικό είναι ότι ο ετήσιος τζίρος της φροντιστηριακής εκπαίδευσης προσεγγίζει τα 400 δισ. δραχμές.

Στην κατάσταση αυτή συνέβαλε και η σημαντική εκροή των μαθητών από το Ενιαίο Λύκειο προς τα ΤΕΕ ή την αγορά εργασίας και ως εκ τούτου του αριθμού των παιδιών που παρακολουθούν συστηματικά φροντιστήριο. Δηλαδή, έχουν διαπιστώσει πλέον οι ιδιοκτήτες ότι δεν τους εξυπηρετεί επιχειρηματικά να καλύπτουν τόσο μεγάλο αριθμό μαθημάτων για λιγότερα παιδιά, με αποτέλεσμα να αποφασίζουν να μετατρέψουν τα εκπαιδευτήριά τους σε ιδιωτικά σχολεία. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδος (ΟΕΦΕ), φέτος οι ιδιοκτήτες δύο φροντιστηρίων στη Λάρισα, δύο στα Τρίκαλα, ενός στο Αγρίνιο και ενός στο Μαρούσι αποφάσισαν να ανοίξουν ιδιωτικά σχολεία.

Ευρύτερα, η κατάσταση αυτή ενέχει σημαντικούς κινδύνους για την ουσία της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Και αυτό διότι, με δεδομένη την δυναμική του ιδιωτικού τομέα, η οποία θα διευρυνθεί με την τροπή που παίρνουν τα πράγματα με τα φροντιστήρια, αναμένεται το ποσοστό -περίπου 7%- των παιδιών που πηγαίνουν σήμερα σε ιδιωτικό σχολείο να υπερδιπλασιασθεί μέσα στην επόμενη πενταετία. Η τάση που διαμορφώνεται σήμερα καταδεικνύει το τοπίο στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση των επόμενων χρόνων. Κατάσταση, που σύμφωνα με ορισμένους θα εντείνει τις ανισότητες στη μόρφωση.

Ταυτόχρονα, το ερώτημα είναι εάν ένα τέτοιο σχολείο με καθαρά φροντιστηριακούς προσανατολισμούς πληροί τις απαιτήσεις του μορφωτικού ρόλου του σχολείου. Βέβαια, υπάρχει και ο ουσιαστικός αντίλογος, όπως διατυπώνεται μέσα από την άποψη του βουλευτή Επικρατείας του κόμματος των «Φιλελευθέρων» κ. Γεώργιου Ψαχαρόπουλου, ο οποίος τόνισε μιλώντας στην «K» ότι «το δημόσιο σχολείο σήμερα είναι σαν την Ολυμπιακή Αεροπορία, η οποία είναι ένας οργανισμός που καλύπτεται από το κράτος. Η επιβίωσή του δεν καλύπτεται από τις υπηρεσίες που προσφέρει. Οταν επιτυγχάνεται ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών των σχολικών μονάδων είναι δεδομένο ότι αυξάνεται και η αποτελεσματικότητά τους».

Εκπαίδευση «δύο σε ένα»

Μετά την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης τα φροντιστήρια διογκώθηκαν, προσιδιάζοντας ακόμη περισσότερο στις λειτουργίες του σχολείου. Οι υποχρεωτικές πανελλαδικές εξετάσεις σε εννέα και δέκα μαθήματα για τη δευτέρα και τρίτη λυκείου αντίστοιχα, ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες να προσθέσουν στα προγράμματά τους τα νέα εξεταζόμενα μαθήματα και, ως εκ τούτου, να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους.

Ομως, η πλειονότητα των φροντιστηρίων δεν είχαν ουσιαστικά την υποδομή να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των μαθητών τους και να διδάξουν τόσα πολλά μαθήματα, με αποτέλεσμα αρκετοί ιδιοκτήτες, βλέποντας ότι το παραδοσιακό «μονοθεματικό» (εξειδικευμένο σε μια κατεύθυνση) φροντιστήριο δεν είχε πλέον μέλλον, να αποφασίσουν να συνενώσουν τις δυνάμεις τους.

Συγχωνεύσεις

Χαρακτηριστικά, στις αρχές του 2000 η μείωση του αριθμού των φροντιστηρίων, σύμφωνα με την Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδος (ΟΕΦΕ), προσέγγιζε το 6%. Τότε άρχισαν οι συγχωνεύσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων έγιναν σε φροντιστήρια της περιφέρειας. Ετσι, με δεδομένη την υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου, στη συνείδηση μαθητών και γονέων έφθασε το φροντιστήριο, καλύπτοντας πολλά μαθήματα, να υποκαθιστά ουσιαστικά τη λειτουργία του δημόσιου σχολείου.

Σήμερα, όμως, διαμορφώνεται μια νέα τάση στους χώρους των φροντιστηρίων. Εχει παρατηρηθεί ότι όλο και περισσότερα «μεταλλάσσονται» σε ιδιωτικά σχολεία. Στην πλειονότητα των σχολείων, που πριν ήταν φροντιστήρια, οι αρχικοί χώροι αποτελούν την κτιριακή υποδομή του νέου εκπαιδευτηρίου. Αντίστοιχα και το εκπαιδευτικό προσωπικό «πέρασε» από το φροντιστήριο στο σχολείο.

Ενας ακόμη λόγος στον οποίο οφείλεται η τάση ενδυνάμωσης των φροντιστηρίων, που φθάνει έως και τη μετατροπή τους σε ιδιωτικά σχολεία, είναι η εργασιακή αβεβαιότητα των καθηγητών. «Ο φροντιστηριακός χώρος πριν από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θεωρούνταν «περαστικός» για τους περισσότερους καθηγητές, οι οποίοι προσβλέποντας σε διορισμό στο Δημόσιο δεν ανέπτυσσαν επαγγελματική συνείδηση. Σήμερα, όμως, που οι διορισμοί στη δημόσια εκπαίδευση γίνονται μέσω του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Πολλοί, λοιπόν, καθηγητές διαπιστώνουν ότι αυτή θα είναι η δουλειά τους. Σήμερα, γύρω στους 150.000 καθηγητές εργάζονται στα περίπου 2.500 φροντιστήρια της χώρας», ανέφερε ο κ. Τσαρπαλής.

Επικερδής

Επιπλέον, οι φροντιστές εκτιμούν ότι η «μετάλλαξη» των φροντιστηρίων σε ιδιωτικά σχολεία θα αποβεί επιχειρηματικά επικερδής κίνηση εξαιτίας του υπερβολικού κόστους των φροντιστηριακών μαθημάτων. Το ετήσιο κόστος των μαθημάτων σε ένα οργανωμένο φροντιστήριο (και όχι ατομικό ιδιαίτερο) για έναν μαθητή λυκείου προσεγγίζει κατά μέσο όρο το ένα εκατομμύριο δραχμές. Ως εκ τούτου, εάν το παιδί παρακολουθεί ένα σχολείο το οποίο θα κάνει και τη δουλειά του φροντιστηρίου το κόστος μειώνεται.

Παράλληλα, σήμερα εκτιμάται ότι το 25% των μαθητών παρακολουθεί και φροντιστήριο (για να προετοιμασθεί καλύτερα, ώστε να γράψει καλά στις εξετάσεις) αλλά και ιδιαίτερα μαθήματα με καθηγητές του σχολείου (για να εξασφαλίσει προφορικό βαθμό). Ως εκ τούτου, πολλοί γονείς θα επιλέξουν να στείλουν τα παιδιά τους σε ένα ιδιωτικό σχολείο που θα έχει πείρα στην προετοιμασία για τις εξετάσεις αλλά και θα «ορίζει» τον προφορικό βαθμό του παιδιού. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, αποτελεί στρέβλωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και του υγιούς ανταγωνισμού των παιδιών για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ιδιοκτήτες: «Βοηθάει» το εξεταστικό σύστημα

Εντονη διαμάχη έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς δημόσιων σχολείων και στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων, τα οποία πριν λειτουργούσαν ως φροντιστήρια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με ιδιωτικό σχολείο στη Λάρισα, το οποίο λειτουργεί εδώ και έναν χρόνο. Η σχολική μονάδα έχει από παιδικό σταθμό έως και λύκειο, όπου φοιτούν συνολικά 986 παιδιά. Οπως ανέφερε στην «K» ο ένας εκ των δύο ιδιοκτητών, του κ. Νίκος Μπακογιάννης, ουσιαστικά το ιδιωτικό σχολείο «αφαίμαξε» τα δημόσια σχολεία της περιοχής από παιδιά, με αποτέλεσμα να υπάρξουν μεγάλα οργανικά κενά και καθηγητές να αναγκασθούν να μετατεθούν. «Οπως καταλαβαίνετε αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση των εκπαιδευτικών των δημόσιων σχολείων, οι οποίοι προσπαθούν να δημιουργήσουν προβλήματα στη λειτουργία μας», τόνισε ο κ. Μπακογιάννης. Ο ίδιος πιστεύει ότι τη μετατροπή των φροντιστηρίων σε ιδιωτικά σχολεία -και κυρίως σε λύκεια- ουσιαστικά «βοηθάει» το εξεταστικό σύστημα των εννέα και δέκα μαθημάτων για τη Β' και Γ' Λυκείου αντίστοιχα. «Και αυτό διότι το δημόσιο σχολείο έχει απαξιωθεί και το ιδιωτικό σχολείο καλύπτει και τις φροντιστηριακές ανάγκες του μαθητή». Ο κ. Μπακογιάννης, που εργάστηκε στη δημόσια εκπαίδευση έως το 1995, ανέφερε ότι κατά την αρχή της σταδιοδρομίας του στον ιδιωτικό τομέα θεώρησε το φροντιστήριο ως αφετηρία για τη δημιουργία ενός ιδιωτικού σχολείου.

- Οσον αφορά την ηλικία των εκπαιδευτικών, σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ δάσκαλοι και καθηγητές έχουν μέσο όρο ηλικίας άνω των 40 ετών (οι καθηγητές είναι γηραιότεροι των δασκάλων). Σε Καναδά, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία, το 60% των δασκάλων άνω των 40, ενώ σε Βρετανία, Ολλανδία και Γερμανία, οι 50άρηδες αυξήθηκαν μέσα στην τελευταία τριετία πάνω από 5%. Αντίθετα, στην Κορέα και το Βέλγιο, το 50% των δασκάλων είναι κάτω από 40.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ