ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το ...αμερικανικό όνειρο της «Αφοί Χαΐτογλου»

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενενήντα τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η εταιρεία «Αφοί Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» επιχειρεί να αυξήσει τις εξαγωγές της με έμφαση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε αφενός να γυρίσει άλλη μια σελίδα στην ιστορία της και να βελτιώσει τα οικονομικά της αποτελέσματα και αφετέρου να επιτύχει την επιμήκυνση των χρόνων αποπληρωμής του υψηλού δανεισμού της. Δανεισμό, της τάξης των 150 εκατ. ευρώ, που αναλήφθηκε προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι εκτεταμένες επενδύσεις τις οποίες έχει υλοποιήσει στις μονάδες παραγωγής της. Στην αξιοποίηση αυτού του παραγωγικού δυναμικού, που μπορεί να ενισχύσει τις πωλήσεις σε επίπεδα υψηλότερα από τα τρέχοντα των 70-80 εκατ. ευρώ, βρίσκεται το «κλειδί» τόσο για την ανάπτυξη της εταιρείας όσο και για την απομόχλευση του ισολογισμού της, αναφέρουν τραπεζικές πηγές.

Η διοίκηση της εταιρείας, που είναι ευρέως γνωστή στην Ελλάδα για τον «Μακεδονικό Χαλβά» αλλά έχει εκτενέστατη δραστηριότητα και στην παραγωγή μαρμελάδων και άλλων προϊόντων με βάση το σουσάμι και το ταχίνι, βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με τις πιστώτριες τράπεζες προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία που να διασφαλίζει και τις δύο πλευρές. Στόχος είναι το reprofiling ή η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του κεφαλαίου, ενώ σημειώνεται αρμοδίως πως δεν υφίστανται ανοικτές οφειλές σε Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία ή προμηθευτές.

Για τον σκοπό αυτό έχουν αναλάβει την κατάρτιση επιχειρηματικού σχεδίου δύο ανεξάρτητοι ελεγκτικοί και συμβουλευτικοί οίκοι, η Deloitte και η PWC. Σύμφωνα με κύκλους της διοίκησης της «Χαΐτογλου ΑΒΕΕ», είναι δυνατό το κλείσιμο της συμφωνίας εντός του πρώτου τριμήνου του 2018. Σημειώνεται πως η εταιρεία καταβάλλει τις δόσεις των τόκων του δανεισμού. Μεταξύ πιστωτών και της «Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» υφίσταται standstill agreement προκειμένου να κυλήσει ομαλά η διαδικασία και να ολοκληρωθεί το έργο των Deloitte και PWC. Με δεδομένο πως τα πρώτα στοιχεία από τις ΗΠΑ και το λανσάρισμα νέων προϊόντων εκεί είναι ενθαρρυντικά, υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία εκατέρωθεν για την υπόθεση.

Η βιομηχανία τροφίμων «Αφοί Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» ιδρύθηκε το 1924 στη Θεσσαλονίκη, από την ομώνυμη προσφυγική οικογένεια, και αρχικά είχε τη μορφή οικοτεχνίας στο κέντρο της πόλης. Σήμερα, ύστερα από ενενήντα και πλέον χρόνια ζωής, διατηρεί ως έδρα της την περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης. Για την ώρα ο κύκλος εργασιών της το 2017 αναμένεται να αυξηθεί κατά 5%-7%, σύμφωνα με πηγές της εταιρείας, και τα λειτουργικά της κέρδη (EBITDA) κατά περίπου 10%.

Η «Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» δεν ανακάλυψε τις εξαγωγές τώρα. Ο «Μακεδονικός Χαλβάς», όπως επίσης και τα υπόλοιπα προϊόντα παραγωγής της, εξάγεται σε περισσότερες από 50 χώρες. Μάλιστα, σε όρους όγκου και όχι αξίας, περί το 50% της παραγωγής εξάγεται ήδη εδώ και χρόνια. Από την Αμερική και τον Καναδά, την Αυστραλία, τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τη Ρωσία και τις αγορές της πρώην Ανατολικής Ευρώπης έως τη Μέση Ανατολή και την Ασία. Ομως πλέον η έμφαση είναι στη διαθέτουσα εύρωστα περιθώρια κέρδους αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου οι τελευταίες ενέργειες της εταιρείας είχαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Οπως εξηγούν στην «Κ» κύκλοι της διοίκησης, η εταιρεία «Χαΐτογλου» έχει ξεκινήσει να προσθέτει νέα καινοτόμα προϊόντα, όπως το αμυγδαλοβούτυρο και κάποια νέα προϊόντα γκοφρετοποιίας προσαρμοσμένα στις αμερικανικές καταναλωτικές συνήθειες. Το αποτέλεσμα για έναν μόνον κωδικό που προωθήθηκε μέσω μιας μόνον συνεργασίας διανομής ιδιωτικής ετικέτας ήταν ένας πρόσθετος τζίρος άνω των 2 εκατομμυρίων. «Αντιλαμβάνεστε τις δυνατότητες», σχολιάζουν χαρακτηριστικά από τη Χαΐτογλου ΑΒΕΕ.

Επαφές στις ΗΠΑ

Η εταιρεία λάνσαρε επιπλέον προϊόντα της σε μεγάλες εκθέσεις τροφίμων στις ΗΠΑ τόσο το καλοκαίρι όσο και τον Νοέμβριο και αναμένεται να το επαναλάβει τον Ιανουάριο. Πραγματοποιήθηκαν έτσι ήδη επαφές με πολυεθνικούς ομίλους όπως η Kellogg’s και η General Mills, ενώ βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με αλυσίδες διανομής και σούπερ μάρκετ. «Οι ΗΠΑ είναι η καλύτερη αγορά προοπτικά για την ανάπτυξή μας, καθώς εκτός της ποιότητας των προϊόντων μας υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προτίμηση για προϊόντα υγιεινά από εκλεκτά φυσικά συστατικά», εξηγούν στην «Κ» από τη Χαΐτογλου ΑΒΕΕ. «Οι παραγωγικές δυνατότητες των μονάδων μας στο Καλοχώρι και των θυγατρικών Bolero Ζαχαρώδη Θράκης Α.Ε. και ΜΕΖΑΠ ΑΒΕΕ είναι τεράστιες μετά τις επενδύσεις των προηγούμενων ετών και η αξιοποίησή τους τώρα με νέα προϊόντα που έχουν αναγνωρισιμότητα στις ξένες αγορές, σε αντίθεση με τον χαλβά, είναι ασφαλώς ιδιαίτερα επωφελής», σημειώνουν οι ίδιες πηγές. Αξίζει να σημειωθεί πως η «Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μαρμελάδων ιδιωτικής ετικέτας στην Ελλάδα και πραγματοποιεί σημαντικές εξαγωγές σε αυτό το προϊόν.

To ζαχαροπλαστείο που έγινε βιομηχανία

Η ιστορία της εταιρείας «Αφοί Χαΐτογλου ΑΒΕΕ» ξεκινάει πριν από έναν αιώνα, όταν η οικογένεια Χαΐτογλου, πρόσφυγες από το Ικόνιο, στον απόηχο της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Τα αδέλφια Κωνσταντίνος, Ελευθέριος και Σάββας Χαΐτογλου δημιουργούν μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση ζαχαροπλαστικής, συνεχίζοντας την παράδοση του παππού τους Νίκου, που από τον 19ο αιώνα έφτιαχνε και πουλούσε χαλβά. Το ζαχαροπλαστείο ανοίγει στην πλατεία Αθωνος στο κέντρο της παλαιάς Θεσσαλονίκης και στον ίδιο χώρο λειτουργεί και μια μικρή βιοτεχνία της νεοσύστατης εταιρείας «Αφοί Χαΐτογλου Ο.Ε.» Εκεί αλέθεται το σησάμι για να γίνει το ταχίνι, που με τη σειρά του και με την προσθήκη ζάχαρης ή θρεψίνης –γλυκαντικής ουσίας από σταφίδες– ζυμώνεται σε χαλβά. Οκτώ χρόνια μετά τα εγκαίνια στην Αθωνος, η παραγωγή μεταφέρεται σε νέα μονάδα που χτίστηκε στην οδό Δάμωνος, μεταξύ του παλαιού και του νέου σιδηροδρομικού σταθμού, σε οικόπεδο που αγοράστηκε από την Εθνική Τράπεζα το 1930. Η επιχείρηση καθ’ όλη τη δεκαετία του 1930 λειτουργεί κανονικά και συνεχίζει να αναπτύσσεται. Με την έναρξη του πολέμου όμως, το εργοστάσιο επιτάχθηκε από τον στρατό. Στην Κατοχή οι Γερμανοί επίταξαν όλη την παραγωγής της σταφίδας και, χωρίς γλυκαντική ύλη, το εργοστάσιο δεν μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά αλλά μόνον με υποκατάστατο το χαρουπόμελο, που παραγόταν από χαρούπια που έφερνε από την Κρήτη. Αφού η χώρα απελευθερώθηκε, αρχίζει πάλι να παράγεται κανονικά χαλβάς, και τα προϊόντα, που άρχισαν πλέον να περιλαμβάνουν και μαρμελάδες, μπαίνουν στα καταστήματα της Αθήνας. Το μεγάλο άλμα όμως για την αύξηση των πωλήσεων έγινε αρχικά το 1950, οπότε και κυκλοφόρησε η πρώτη συσκευασία «Μακεδονικού Χαλβά» σε λιθογραφημένο κουτί από λευκοσίδηρο, πρωτοπορία τότε για τον χώρο της συσκευασίας στην Ελλάδα, και κατόπιν το 1955 με τυποποίηση του χαλβά σε διάφορα μεγέθη (συσκευασίες της μισής οκάς, της μιας, των δυόμισι και των πέντε). Η «Αφοί Χαΐτογλου» είναι έτοιμη να ξεκινήσει τις εξαγωγές την ώρα που οι υπόλοιποι παραγωγοί συνεχίζουν την πώληση του χαλβά χύμα. Πρώτες αγορές, πόλεις της Ευρώπης και στη συνέχεια στην Αμερική και στον Καναδά. Το 1962, τριάντα χρόνια μετά την απόκτηση του πρώτου εργοστασίου, η επιχείρηση μεταφέρεται σε νέες εγκαταστάσεις στη βιομηχανική περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται και σήμερα, διευρύνοντας παράλληλα τις δραστηριότητές της και στην κονσερβοποιία. Το 1970 οι εγκαταστάσεις της εκτείνονται σε έκταση 170 στρεμμάτων, εκ των οποίων 67 στρέμματα είναι οι στεγασμένοι της χώροι. Το 1975 σταματά πια εντελώς η παραγωγή θρεψίνης, η οποία, αν και έπαψε να χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη παραγωγής χαλβά από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, διατήρησε θέση στη διατροφή των Eλλήνων, καθώς παίρνει τη θέση της οριστικά στη μαρμελάδα. Το 1985, η επιχείρηση μετατρέπεται στη σημερινή ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική εταιρεία με την επωνυμία «Aφοί Χαΐτογλου ΑΒΕΕ», που αποτελεί τη συνέχεια της «Αφοί Χαΐτογλου Ο.Ε.», και το 1994 θέτει σε λειτουργία καινούργια υπερσύγχρονη μονάδα παραγωγής, ενώ το 2002 προσθέτει νέα γραμμή παραγωγής γκοφρετοποιίας. Από το 2004 έως το 2008 προστίθενται νέα μονάδα επεξεργασίας σησαμιού, παραγωγή παρθένου σησαμελαίου και μονάδα επεξεργασίας σησαμιού και παστερίωσης ταχινιού. Η βιομηχανία σήμερα απασχολεί περίπου 400 άτομα και διαθέτει και λειτουργεί τη μεγαλύτερη μονάδα επεξεργασίας σησαμιού και παραγωγής ταχινιού και χαλβά διεθνώς. Σε ετήσια βάση χρησιμοποιεί πάνω από 20.000 τόνους σουσάμι και είναι μακράν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σουσαμιού στην Ευρώπη. Ομως πλέον οι γραμμές παραγωγής της παράγουν και πλήθος άλλων προϊόντων που απευθύνονται στο εξωτερικό και σε ιδιωτικές ετικέτες.

Μείωση πωλήσεων επί επτά χρόνια στην εγχώρια αγορά τροφίμων

Η κρίση στην Ελλάδα έπληξε και τις επιχειρήσεις παραγωγής και διάθεσης προϊόντων ζαχαροπλαστικής και τροφίμων, αφού τα νοικοκυριά περιόρισαν σημαντικά τις δαπάνες τους προκειμένου να αντεπεξέλθουν στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Επιπλέον, κατάρρευση ορισμένων αλυσίδων λιανεμπορίου, και κυρίως αυτή της εταιρείας Μαρινόπουλος, επιβάρυνε ακόμα περισσότερο προμηθεύτριες εταιρείας όπως η «Χαΐτογλου». Η μηνιαία δαπάνη των νοικοκυρών σε ήδη παντοπωλείου έχει μειωθεί την τελευταία 5ετία κατά 17,4% ενώ συγκεκριμένα η δαπάνη σε τρόφιμα κατά 14,8%. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), το 2010 το μέσο νοικοκυριό δαπανούσε μηνιαία σε είδη παντοπωλείου 460 ευρώ ενώ το 2014, 380 ευρώ, 80 ευρώ δηλαδή λιγότερο. Συνολικά οι δαπάνες παντοπωλείου, διατροφής και εστίασης (δηλαδή οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διατροφή) μειώθηκαν κατά 21,4% την πενταετία 2010-2014. Ηταν η περίοδος που οι πωλήσεις της «Χαΐτογλου» όπως και όλων των άλλων Ελλήνων και ξένων έμπορων τροφίμων και μάλιστα κυκλικών (όχι πρώτης ανάγκης) άρχισαν να υποχωρούν. Ομως ενώ η δαπάνη των νοικοκυριών σε είδη παντοπωλείου σε αξία μειώθηκε, η δαπάνη ως ποσοστό επί των συνολικών αγορών των νοικοκυριών έμεινε σταθερή και μάλιστα αυξήθηκε λίγο. Το 2010 η δαπάνη σε είδη παντοπωλείου αντιστοιχούσε στο 23,5% των αγορών του μέσου νοικοκυριού, ενώ το 2014 αντιστοιχούσε στο 26%, αυξήθηκε δηλαδή κατά 2.5%.

Πρακτικά, το καταναλωτικό κοινό προσπαθεί να αγοράσει τα ίδια πράγματα που αγόραζε δαπανώντας λιγότερα χρήματα. Πρόκειται άλλωστε για βασικά αγαθά τα οποία δεν μπορούν περικοπούν, σχολιάζει το ΙΕΛΚΑ. Εκτιμάται δε ότι η αξιοποίηση προσφορών εκπτώσεων αντιστοιχεί στο 60% της μείωσης της δαπάνης που παρατηρείται. Το υπόλοιπο 40% αντιστοιχεί σε μεταβολή καταναλωτικών συνηθειών προς φθηνότερες εναλλακτικές προϊόντων και αξιοποίηση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Ομως στα παραπάνω στοιχεία δεν φαίνεται και η αύξηση του ΦΠΑ, η οποία επιβάρυνε περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα στο ράφι προϊόντων όπως αυτά που παράγει η «Χαΐτογλου».

Ακόμα και το 2016 η αγορά συνέχιζε να υποχωρεί: οι συνολικές καθαρές πωλήσεις (προ ΦΠΑ) του λιανεμπορίου τροφίμων για το 2016 εκτιμώνται στο ποσό των 18,6 δισ. ευρώ, σύμφωνα με ανάλυση που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών στις αρχές Δεκεμβρίου. Δηλαδή το λιανεμπόριο τροφίμων το 2016 είχε απώλειες 375 εκατ. ευρώ ή μείωση πωλήσεων 2% σε σύγκριση με το 2015, με τις μεγαλύτερες πτώσεις να καταγράφονται στα μεμονωμένα καταστήματα τροφίμων, καθώς και στις λαϊκές αγορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, καθαρές πωλήσεις (προ ΦΠΑ) 9,3 δισ. ευρώ (50,05%) πραγματοποιήθηκαν μέσα από μεμονωμένα καταστήματα, κυρίως εξειδικευμένα (κρεοπωλεία, οπωροπωλεία, ιχθυοπωλεία, αρτοποιεία κ.λπ.) και 9,3 δισ. ευρώ μέσα από καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ (49,95%).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ