ΦΙΛΗΣ ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ*

Περί ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​άθε τρεις και λίγο, τα δικαστήρια, συνήθως το Συμβούλιο της Επικρατείας, κρίνουν ένα νόμο αντισυνταγματικό. Τώρα με το «πόθεν έσχες», λίγο πριν με το δικαίωμα παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου, και πάει λέγοντας.

Συχνά οι αποφάσεις αυτές προκαλούν σάλο, όπως πέρυσι με τις τηλεοπτικές άδειες. Δεν προκαλούν μόνον αντιδράσεις και εκνευρισμό στους εκάστοτε κυβερνώντες, που φτάνουν να μιλούν ακόμη και για «κυβέρνηση δικαστών». Μπορεί να έχουν, και αυτό είναι το χειρότερο, οδυνηρές συνέπειες για τους πολίτες που, ενώ έδωσαν πίστη σε νόμο της ελληνικής Πολιτείας, βλέπουν ξαφνικά να αμφισβητείται η νομιμότητα των ενεργειών τους και τα σχέδιά τους να ανατρέπονται. Οπως παλαιότερα, όταν κρίθηκε αντισυνταγματική διάταξη του ΓΟΚ, η οποία, μετά χρόνια βασιλείας του «πανταχόθεν ελεύθερου» που απαγόρευε την ανέγερση οικοδομής στο όριο του οικοπέδου, την επέτρεψε. Οπότε, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ζητήθηκε η ακύρωση ενός τεράστιου αριθμού οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί βάσει αυτής.

Αφήνοντας κατά μέρος το κατά πόσον η κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου είναι ορθή ή όχι, είναι αναμφισβήτητο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πολλοί, όχι μόνο πολιτικοί αλλά και πολίτες, έχουν πει και έχουν κάνει πράγματα για τα οποία είτε μετάνιωσαν είτε, αργά ή γρήγορα, θα μετανιώσουν. Αν ήξεραν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα έκρινε τελικά τον νόμο αντισυνταγματικό, θα είχαν χειριστεί αλλιώς τα πράγματα.

Δεν θα ήταν πολύ απλούστερο αν, προτού ψηφιστεί ο νόμος, ζητούνταν η γνώμη του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου; Αν η Βουλή την ήξερε από πριν, δεν θα είχε την ευκαιρία να αποφύγει τις κακοτοπιές στις οποίες οδηγείται ελλείψει αυτής της γνώσης; Δεν θα είχε αποφευχθεί αυτή η δραματοποίηση, που σε όλους κάνει κακό;

Αλλωστε, ήδη υπάρχουν κατηγορίες περιπτώσεων όπου ο νομοθέτης ζητάει εκ των προτέρων τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου. Κανόνες δικαίου δεν παράγει μόνον η Βουλή με τους νόμους που ψηφίζει. Παράγει, κατ’ εξουσιοδότησή της, και η διοίκηση, ως επί το πλείστον με τα λεγόμενα κανονιστικά διατάγματα. Το Σύνταγμα αναθέτει την επεξεργασία των διαταγμάτων αυτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Μάλιστα, σε αυτήν την αρμοδιότητα οφείλει το ΣτΕ όχι μόνο τον χαρακτήρα του, εκτός από ανωτάτου δικαστηρίου, και ως συμβούλου της διοικήσεως, αλλά και την ίδια του την ονομασία («Συμβούλιο»).

Γιατί, λοιπόν, να μην ανατεθεί στο δικαστήριο η επεξεργασία των σχεδίων νόμων, οι οποίοι είναι σημαντικότεροι από τα κανονιστικά διατάγματα και αφορούν περισσότερο κόσμο; Και αν δεν είναι εφικτό να ασχολείται και με τα δύο, δεν είναι ορθότερο να απασχολείται με το μείζον, παρά με το έλασσον;

Με τον τρόπο αυτό, πριν ακόμη από την ψήφιση του νόμου, θα υπάρχει μια έγκυρη γνώμη ως προς τη συνταγματικότητά του, η οποία, ακόμα και με τις ενδεχόμενες μειοψηφίες της, θα δίνει μια πρώτη γεύση της πιθανής μελλοντικής θέσης του δικαστή. Και μάλιστα χωρίς να θίγεται σε τίποτα η παντοδυναμία του νομοθέτη, ο οποίος θα είναι απολύτως ελεύθερος να τηρήσει όποια στάση θέλει. Θα μπορεί να αγνοεί τελείως μιαν ενδεχόμενη αρνητική γνώμη, αφού αυτή θα είναι απλά συμβουλευτική. Θα το πράττει, όμως, μετά λόγου γνώσεως, «εν γνώσει των συνεπειών του νόμου».

Τα παραπάνω είχα υποστηρίξει και προ 15ετίας, στην «Καθημερινή» της 21.12.2000, ενόψει, τότε, της αναθεώρησης του Συντάγματος.

Επανέρχομαι, μήπως τυχόν οι πρόσφατες τραυματικές για όλους εμπειρίες μάς έκαναν σοφότερους.

* Ο κ. Φίλης Αρναούτογλου είναι επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ