ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Τουρκικός εθνικισμός και ελληνοτουρκικές σχέσεις

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην Τουρκία, ο εθνικισμός λαμβάνει όλο και επιθετικότερη μορφή. Το βλέμμα του κυβερνώντος κόμματος (AKP) και της κεμαλικής αντιπολίτευσης (CHP) έχει στραφεί στον ιστορικό αναθεωρητισμό περί τα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο. Οι αλληλοκατηγορίες που εκτοξεύονται για ενδοτισμό συμπληρώνονται με επανάληψη ή και εμπλουτισμό θέσεων σχετικά με τις βλέψεις της Αγκυρας. Το κρεσέντο εθνικισμού ενδεχομένως να καταλαγιάσει, αλλά συνάμα υπάρχουν κάποιες ανησυχητικές ενδείξεις που δείχνουν ότι θα συντηρηθεί, έστω και με διακυμάνσεις (ανάλογα τη συγκυρία). Πιο συγκεκριμένα:

Η πόλωση στο εσωτερικό της γείτονος μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, που μόνο τεχνητή δεν είναι, τις υποχρεώνει σε καθημερινές μάχες εντυπώσεων και ουσίας. Αυτές εναλλάσσονται από τις καταγγελίες για υποθέσεις σκανδάλων μέχρι ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η άσκηση πίεσης προς τον Ερντογάν από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα –εφόσον συνεχιστεί– μπορεί να αποδειχθεί προβληματική. Ο Τούρκος πρόεδρος, παρότι πολιτεύεται με βάση το συναίσθημα, στις κρίσιμες αποφάσεις σταθμίζει τα δεδομένα (έστω και λανθασμένα) και δύσκολα θα παρασυρθεί από την αξιωματική αντιπολίτευση σε παράτολμες ενέργειες. Ομως, όσο δυσκολεύεται στη διαχείριση του Κουρδικού, ευρισκόμενος σε οιονεί απομόνωση από μεγάλο μέρος της Δύσης (θα θελήσει πάντως να διορθώσει αυτή την κατάσταση σε σχέση με την Ε.Ε.) και σε εχθρικό κλίμα με Αίγυπτο και Ισραήλ, αμφιταλαντεύεται. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, χωρίς να αποτελούν προτεραιότητα για την Αγκυρα, επηρεάζονται έμμεσα ή άμεσα από τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της Τουρκίας στο περιφερειακό και διεθνές γίγνεσθαι.

Η σύμπραξη Ερντογάν - Μπαχτσελί (πρόεδρος του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης), η ανάδυση της Ακσενέρ (εθνικίστρια, πρώην υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Ερμπακάν - Τσιλέρ), κατόπιν της διάσπασης των εθνικιστών, με την τελευταία να προβάλλει ως περίπου το αντίπαλον δέος στον Τούρκο πρόεδρο, και η ανάγκη του Κιλιτσντάρογλου, αρχηγού της κεμαλικής αντιπολίτευσης, να ανακόψει τη διαρροή ψήφων προς το κόμμα αυτής διαμορφώνουν κλίμα που δεν επιτρέπει σοβαρούς συμβιβασμούς. Και αν σε άλλα μέτωπα, όπως αυτό της Μέσης Ανατολής, η αναδίπλωση μπορεί να καταστεί υποχρεωτική, το Αιγαίο φαντάζει ως πεδίο όπου η προβολή ισχύος μπορεί να γίνεται με μικρότερο ρίσκο.

Η τουρκική οικονομία κλονίζεται, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και τα ρεκόρ στις εξαγωγές. Οδεύοντας στις κρίσιμες διπλές κάλπες το 2019 (αν άλλες εξελίξεις δεν τις επισπεύσουν), ο Ερντογάν είναι σε αναζήτηση «success stories» εντός και εκτός, έχοντας, μάλιστα, απέναντί του ένα απαιτητικό κοινό. Το εγχώριο αφήγημα του περιφερειακού πόλου ισχύος πρέπει να βρει κάπου έκφραση.

To προσφυγομεταναστευτικό (τόσο οι ροές όσο και η λειτουργικότητα της συμφωνίας για τις επαναπροωθήσεις), ο βαθμός και ο τρόπος παρεμβατικότητας της Αγκυρας στις επικείμενες ερευνητικές γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, τυχόν αναβίωση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό (μετά την άνοιξη), η διαγωγή της Τουρκίας στο Αιγαίο σε συνάρτηση με την πρόοδο των διερευνητικών επαφών και τον τμηματικό προσδιορισμό της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης και τέλος η αντιμετώπιση εκ μέρους της Αθήνας αιτημάτων ασύλου Τούρκων «αντιφρονούντων» και των αιτημάτων έκδοσης από μεριάς τουρκικών αρχών θα προσδιορίσουν εν πολλοίς την πορεία των σχέσεων με τον ανατολικό μας γείτονα. Εξάλλου, το 2018 ενδέχεται να εξακριβώσουμε τα όρια των τακτικισμών αλλά και της στρατηγικής Ερντογάν, πολύ περισσότερο εφόσον δεν επιβάλλει τους όρους του παιχνιδιού και την «επικαιροποιημένη» ατζέντα του, όχι μόνον έναντι της Ελλάδας αλλά και σε άλλα μέτωπα.

*Ο δρ Κωσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Το νέο του βιβλίο «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ