ΕΛΛΑΔΑ

Οταν ο Λαμπρόπουλος διάλεγε πριν από εμάς για εμάς: Εορτές στην Αθήνα άλλων εποχών

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Το γνωστό πολυκατάστημα φωτισμένο για τις εορτές. Ηταν από τα εμβληματικότερα σημεία της πόλης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Μία από τις πιο ευτυχισμένες μου αναμνήσεις από την αναμονή του νέου έτους ήταν η επίσκεψη με τη μητέρα μου στου Λαμπρόπουλου. Οσοι γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70 έβλεπαν το πολυκατάστημα σαν ένα είδος παιδικού παραδείσου, όπου η ευτυχία κορυφωνόταν στις κυλιόμενες σκάλες και φώλιαζε στα ράφια με τα παιχνίδια. Εγκαινιασθέν τον Δεκέμβριο του 1965, το κτίριο των Χαυτείων, αν και είχε όλες τις σύγχρονες υποδομές έμοιαζε –στα μάτια μου– τουλάχιστον με μαγική κρύπτη. Ηταν εποχές διαφορετικές, με τα δώρα να έχουν άλλη προσμονή και φόρτιση. Οχι μόνο για τους λιλιπούτειους παραλήπτες αλλά και για τους εργαζομένους και τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης.

Αναζήτησα την κυρία Χαρούλα Λαμπροπούλου, τη σύζυγο του Τάκη Ξ. Λαμπρόπουλου, η οποία λίγο προτού κλείσει τα 90 της χρόνια δέχθηκε με μεγάλη προθυμία να περιγράψει στα «Αθηναϊκά» την εορταστική Αθήνα των παλαιών ημερών. «Τι θυμάμαι; Να σου πω: νομίζω ότι υπήρχε αυτό το κέφι που σήμερα έχει παντελώς εξαφανιστεί. Εγώ ήμουν κοπελίτσα στην Κατοχή και αναπολώ την περίοδο των γιορτών σαν την πιο ευτυχισμένη του χρόνου, όπου όλοι είχαν ξέσπασμα χαράς. Γλέντια στήνονταν με το τίποτα, όνειρα για το μέλλον σκαρώνονταν στη στιγμή, οι άνθρωποι γελούσαν και απολάμβαναν μικρά πράγματα, τα παιδιά ήταν ευτυχισμένα και με τα ελάχιστα. Μας κρατούσε ψηλά η ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Η βουβαμάρα και ο πόνος του πολέμου και του Εμφυλίου ήταν πίσω. Μπροστά ήταν μόνον η πρόοδος», λέει από την άλλη μεριά του τηλεφώνου.

«Οσο για το πολυκατάστημα; Εκεί γινόταν χαμός. Οι Λαμπροπουλαίοι, τα στελέχη και οι υπάλληλοι γύριζαν σπίτι πια λίγο πριν αλλάξει η χρονιά, διότι κλείναμε αργά. Προτού φύγουν έπρεπε να χαιρετήσουν το προσωπικό, να πουν έναν καλό λόγο για τον κόπο και την αφοσίωση. Τότε ήμασταν όλοι μια οικογένεια που έφτασε να αριθμεί πάνω από 1.000 άτομα. Οι εργοδότες γνώριζαν τους πάντες με τα μικρά ονόματα, ήξεραν για την κατάσταση του καθενός, τα προβλήματα. Και οι υπάλληλοι όμως θεωρούσαν σπίτι τους την επιχείρηση. Αλλωστε, οι Λαμπρόπουλοι ήταν από τους πρώτους που καθιέρωσαν κυριακάτικη αργία και όλες τις διευκολύνσεις για το προσωπικό που αργότερα έγιναν νόμοι του κράτους».

Συνεχίζει: «Θυμάμαι να δίνουμε δωροεπιταγές στους ανθρώπους μας για να ψωνίσουν ό,τι θέλουν. Και βέβαια κόβαμε πίτα σε ξενοδοχείο για να εορτάσουμε όλοι μαζί. Στον θάνατο του άνδρα μου, κατάλαβα, από πρώτο χέρι, πόσο στενή ήταν η σχέση με τους εργαζομένους, τόσο στις χαρές όσο και τις λύπες», λέει η κυρία Λαμπροπούλου. Πριν κλείσουμε, μου ζητάει να πει κάτι ακόμα: «Την κόρη μου τη μεγάλωσα αυστηρά. Κάθε χρόνο έγραφε το γράμμα της στον Αγιο Βασίλη ζητώντας το δώρο της και αυτό ήταν. Δεν κακόμαθε ποτέ. Τα σημερινά παιδιά έχουν ό,τι θέλουν και δεν τους αρέσει τίποτα. Ενα πράγμα συμβουλεύω τους σημερινούς γονείς. Το μεγαλύτερο δώρο στο παιδί σου είναι η σωστή αγωγή και η αγάπη. Και έτσι θα μάθει να ευχαριστιέται στη ζωή του είτε υπάρχει ευμάρεια είτε όχι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ