ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Κάρεν Βαν Ντάικ: Οικουμενική γλώσσα τα ελληνικά

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

«Να ένας τρόπος να συναισθανθείτε τι συμβαίνει στην Ελλάδα, πέρα από τους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων». Αυτή ήταν η καίρια προτροπή στο άρθρο του Guardian το 2016, για την ανθολογία «Austerity Measures», που κυκλοφόρησε στη Γηραιά Αλβιώνα από τον εμβληματικό οίκο Penguin και στην Αμερική από το New York Review of Books. Το πόνημα της ελληνίστριας Κάρεν Βαν Ντάικ περιέχει επιλογές από την ποιητική παραγωγή μιας δυναμικής γενιάς νέων συμπατριωτών μας, 49 τον αριθμό. Κάποιοι μένουν στην Ελλάδα, άλλοι έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Ορισμένοι είναι ξένοι που εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας αλλά γράφουν στη γλώσσα μας. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα καταγραφή που επιχειρεί να αναδείξει πως κάτι καινούργιο έχει ξεπηδήσει στον τόπο μας, κάτι αξιοπερίεργο, κάτι μάλλον ανένταχτο, συνεπώς κάτι αξιοπρόσεκτο.

Το βιβλίο κέρδισε προσφάτως ένα σπουδαίο βραβείο, το London Hellenic Prize. Από το 1996, ο θεσμός αυτός έχει βραβεύσει εξαιρετικές εκδόσεις στην αγγλική γλώσσα που αφορούν τον ελληνικό πολιτισμό μέσα από ένα ευρύ φάσμα, που φτάνει από την αρχαιολογία και τη λογοτεχνία, στη μελέτη των κλασικών, στην ιστορία και στη θρησκεία. H πρόσφατη κυκλοφορία της ανθολογίας ως «Μέτρα Λιτότητας» και στη χώρα μας, από τις κομψές εκδόσεις Αγρα, έφερε στο προσκήνιο μια διαμάχη: είναι όλα αυτά τα ποιήματα απότοκα της κρίσης; Ή μήπως όχι; Αν σκεφτεί κανείς ότι ο κύριος όγκος τους γράφτηκε μετά το 2008, θα μπορούσε να απαντήσει καταφατικά. Ομως, απ’ ό,τι λέει η ίδια η επιμελήτρια, που κάθεται απέναντί μου σε ένα τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία του «Φίλιον», η πρόθεσή της δεν ήταν να στριμώξει καθόλου τα ποιήματα αυτά σ’ ένα στερεοτυπικό αφήγημα. Αντιθέτως, ήθελε να δείξει πως μπορεί να γεννήθηκαν σε μια κακοπαθημένη κοινωνία αλλά απλώνονται πέρα από αυτήν: αφορούν τον κόσμο, το σήμερα, με μια ευρύχωρη ματιά.

Το βιβλίο

Παραγγέλνουμε καφέ και προσπαθούμε να μιλάμε δυνατά για να ακούει η μία την άλλη μέσα στη βαβούρα της Σκουφά, Σάββατο μεσημέρι. «Ενας από τους λόγους που ξεχώρισα αυτή τη νέα γενιά ποιητών στην Ελλάδα είναι ότι έχουν σχέση με την πατρίδα τους αλλά όχι με έναν τρόπο στατικό ή περιοριστικό» είναι οι πρώτες της κουβέντες. «Στην εισαγωγή της ανθολογίας μάλιστα αναφέρομαι περισσότερο στην ποιητική τους δουλειά και όχι στους ίδιους τους ποιητές, μην προσπαθώντας να τους κατατάξω σε κάποιο ρεύμα, κίνημα, ομάδα, να πω αν είναι πολιτικοποιημένοι ή όχι. Τα ποιήματά τους όμως, ανταποκρίνονται νομίζω σε αυτή τη διχοτόμηση ανάμεσα στο τοπικό και στο παγκόσμιο και μπορούν να συνομιλήσουν και στα δύο αυτά επίπεδα, δηλαδή και με τον σύγχρονο κόσμο και με τα μεγάλα θέματα».

Μπαίνω στον πειρασμό να τη ρωτήσω αν βλέπει τους ποιητές αυτούς σαν τα «εγγόνια» του Σεφέρη και του Ελύτη; «Καθόλου! Οπωσδήποτε μπορεί να μιλήσει κανείς για μια συνέχεια και εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας μέσα στον ποιητικό λόγο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αλλά όχι, οι νέοι αυτοί ποιητές δεν είναι τα “εγγόνια” του Σεφέρη και του Ελύτη, τα εγγόνια της Ρωμιοσύνης.

Η ελληνική γλώσσα είναι ο παρονομαστής και παραμένει συνδετικός κρίκος: στην ανθολογία μου ένας ξένος λ.χ. που ζει στην Ελλάδα, γράφει στα ελληνικά και ένας Ελληνας που ζει μόνιμα στο εξωτερικό, πάλι στα ελληνικά. Ομως, η γλώσσα εδώ είναι το όχημα, όχι το ζητούμενο του να μιλήσουν για κάποιο νέο είδος ελληνικότητας. Είναι ένα μέσο για να καταλάβουν και να εκφραστούν, ένα είδος οικουμενικού εργαλείου που τους ενώνει, όχι ο σκοπός. Δεν είναι από την ισχύ της Ελλάδας που έγινε οικουμενική η γλώσσα, αλλά από το γεγονός ότι τα σύνορά της τα πέρασαν μετανάστες που έμαθαν ελληνικά, ενώ η κακή της οικονομική κατάσταση έκανε πολλούς Ελληνες νέους να πάνε στο εξωτερικό».

Κάτι άλλο που την έθελξε στα ποιήματα ήταν η αισιοδοξία τους: «Δεν βλέπεις ανθρώπους να οικτίρουν τον εαυτό τους. Νομίζω πως αποπνέουν την αίσθηση ότι μπορούν να μεταβολίσουν τη δυσκολία ή τον υπαρξιακό πόνο σε κάτι άλλο, όπως την ερώτηση-απάντηση σε δύο ποιήματα της Κιόκο Κισίντα και του Γιάζρα Καλέντ όπου συζητούν για το αν θα πάρουν τη θέση των Λωτοφάγων και όχι του Οδυσσέα ή το ποίημα του Στίγκα που τελειώνει: “Αφού έγιναν όλα αυτά με το μηδέν / φανταστείτε τι θα μπορούσε να συμβεί με το Ενα”. Τα ποιήματα που εμένα με συγκίνησαν είναι εκείνα που καταφέρνουν να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο, πέρα από τα υπαρκτά προβλήματα, τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Πιστεύω ότι οι ποιητές αυτοί δεν αναζητούν μόνο την επιβίωση –αν και ξέρω από πρώτο χέρι πόσο σκληρά εργάζονται για να τα φέρουν βόλτα– αλλά την ψυχική αξιοπρέπεια. Θα έλεγα, επίσης, πως αυτή η γενιά έχει την ικανότητα της συμβίωσης με το διαφορετικό, την ανεκτικότητα. Διαθέτει χιούμορ, έστω σκοτεινό ή μαύρο. Το ίδιο βρίσκει κανείς και σε ταινίες του weird wave. Εστιάζουν στην ελληνική οικογένεια όπως ο Λάνθιμος και η Τσαγκάρη. Και στη θραυσματοποιημένη γλώσσα, στα πολλά “ιδιώματα” υπάρχει σύνδεση με το σινεμά αυτό».

Η Βαν Ντάικ ξέρει από πρώτο χέρι αυτή τη γενιά. Εχει τρία παιδιά τα οποία ζουν και στην Ελλάδα και μάλιστα ο γιος της έχει ενεργό ρόλο στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Σύρου. Μέσα από τη δουλειά της στο πανεπιστήμιο Κολούμπια όπου διδάσκει στην έδρα «Κίμων Α. Δούκας» έχει βοηθήσει πολλούς συμπατριώτες μας να ολοκληρώσουν την έρευνά τους σε θέματα του νέου ελληνικού πολιτισμού.

Το όνομα του Βαρουφάκη έφερε πολλούς αναγνώστες

Προσγειώνονται στο τραπέζι δύο νοστιμότατες τυρόπιτες. Συνεχίζουμε, τσιμπολογώντας: «Εχει αλλάξει ο τρόπος που οριοθετήσαμε τις γενιές σε σχέση με το παρελθόν. Αυτοί οι ποιητές κάνουν καταπληκτικά πράγματα αλλά διαφορετικά μεταξύ τους. Προστρέχουν στην τέχνη, στη δημιουργική έκφραση και αυτό είναι που τους ενώνει. Και στη χούντα υπήρχε η ποίηση, η έντονη γυναικεία παρουσία, όμως εκεί υπήρχαν και οι παρέες, οι μεταξύ τους σχέσεις.

Σήμερα, υπάρχουν ποιητές μέσα στο βιβλίο που αν και είναι συνομήλικοι δεν ξέρει ο ένας τον άλλο. Μπορεί να είναι στην Αθήνα, στην Ξάνθη, στο Λονδίνο, ή στην Κύπρο. Το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πολλοί από αυτούς εξασκούν τα ταλέντα τους και σε πολλές άλλες μορφές τέχνης, τη μουσική, το θέατρο, τα εικαστικά, το βίντεο κ.λπ.

Μετά την περίοδο της δικτατορίας ξεπετάχτηκε μια ομάδα ποιητών στην Ελλάδα. Oμως η γενιά εκείνη του ’70 δεν βγήκε από τα σύνορα της χώρας, ίσως διότι μπλέχτηκαν σε αυτόν τον νοητό διάλογο περί ελληνικότητας με τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Θυμάμαι ότι μιλούσα με την Τζένη Μαστοράκη και της έλεγα πόσο πρωτοποριακό είναι αυτό που κάνει και εκείνη μου έλεγε: “Πόσο Αμερικανάκι είσαι! Δεν κάνω τίποτα άλλο από το να συνομιλώ με την προφορική παράδοσή μας, με τον Σεφέρη, τον Σολωμό”.

Οι συμμετέχοντες στην ανθολογία έχουν άλλη σχέση με τον κόσμο, πολλοί άλλωστε ζουν στο εξωτερικό. Δεν νομίζω, όμως, ότι τους απασχολεί να βάλουν την Ελλάδα στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη, ίσως διότι ξέρουν πως αυτό αφορά το παρελθόν και όχι το σήμερα. Είναι υπερπολιτισμικοί. Στην εποχή μας δεν μπορούμε να μιλάμε με αυτούς τους όρους για τις χώρες, έχουν αλλάξει τα πράγματα. Υπάρχει κάτι πέρα από τα κράτη και την κουλτούρα του έθνους». Της επισημαίνω πως κάποιοι εκνευρίστηκαν που είδαν το όνομα του Γιάνη Βαρουφάκη να φιγουράρει στο εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης.

Η εκπομπή στο BBC

«Δεν ήταν δική μου η απόφαση, αλλά του εκδοτικού οίκου», λέει η ελληνίστρια. «Γνωρίζω τον Βαρουφάκη εδώ και πολλά χρόνια και έχω σεβασμό για την ακαδημαϊκή του δουλειά, αλλά δεν θα έβαζα τη ρήση ενός πολιτικού στο εξώφυλλο. Από την άλλη, η Penguin μπορεί να είχε δίκιο. Το όνομά του έφερε πολλούς αναγνώστες. Βγήκαμε μαζί στην εκπομπή του Αντριου Μαρ στο BBC για το βιβλίο και η συμβολή του παρακίνησε πολλούς να πάνε στο βιβλιοπωλείο να το πάρουν».

Η Βαν Ντάικ, με τη μεταφραστική και την ακαδημαϊκή της δουλειά στις ΗΠΑ είναι ένα είδος πρέσβειρας για τα νέα ελληνικά γράμματα. «Ανακάλυψα τα ελληνικά ένα εξάμηνο ως μαθήτρια στην Κάλυμνο. Το 1977 στα 16 μου, πρώτη φορά στην Ελλάδα, είχα για καθηγητές τον Νίκο Γερμανάκο, την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, τον Μπούλη Φραγκόπουλο, των οποίων το γράψιμο είχε επηρεαστεί από τη δικτατορία. Αργότερα καλλιέργησα τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα σε μαθήματα στο Πρίνστον και εκεί γνώρισα τον Μάικ Κίλι. Τι σπουδαίος τύπος! Τον γνώρισα όταν δεν ήξερα καλά νέα ελληνικά αλλά σπούδαζα κλασικούς. Μου έδωσε ένα ποίημα του Ρίτσου και μου είπε: “Αν καταφέρεις να το μεταφράσεις, τότε μπορείς να γίνεις βοηθός μου”. Ανέτρεξα και εγώ σε λεξικά και τα κατάφερα!».

Τα παιδικά χρόνια

«Προέρχομαι από μια οικογένεια με έμφαση στη θρησκεία και στη γνώση. Ο πατέρας μου ήταν πάστορας. Από τη δική του πλευρά ήμασταν Ουγενότοι που ήρθαμε στην Αμερική τον 17ο αιώνα. Κάποιοι από τους δικούς του είχαν φτάσει ως ιεραπόστολοι μέχρι την Κίνα. Εκεί μεγάλωσε και εκείνος. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα. Η οικογένειά της ήταν Κουάκεροι, που ενίοτε μιλούσαν μεταξύ τους σε μια ξεχασμένη γλώσσα, η οποία άρχισε να με ενδιαφέρει όταν ήμουν μικρή. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου πήγε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια της ελληνικής επταετίας και έτσι ήρθα σε επαφή με τους Ελληνες της Μελβούρνης όταν ήμουν 13 ετών. Εβλεπα όλα αυτά τα συνθήματα με το περίεργο αλφάβητο στους τοίχους και ήθελα να μάθω τι είναι. Περάσαμε έναν χρόνο εκεί και εγώ προσπάθησα να μάθω ρωσικά, θεωρώντας ότι αυτή είναι η γλώσσα, της οποίας τα γράμματα αναζητούσα. Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να καταλάβω ότι ήταν ελληνικά!».

Η συνάντηση

Το «Φίλιον» που επέλεξε η Κάρεν Βαν Ντάικ είναι ένα πολύ ζωντανό μέρος, που δεν προσφέρεται όμως για συνεντεύξεις, μιας και ο θόρυβος των πελατών τα σκεπάζει όλα. Δεν προλάβαμε να φάμε κανονικά, αλλά οι δύο τυρόπιτες ήταν νοστιμότατες και οι καφέδες έφτασαν γρήγορα στο τραπέζι.

Oι σταθμοί της

1961
Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη.

1983
Πήρε το πρώτο πτυχίο της από το Wesleyan στα Αρχαία.

1985
Πήρε το μεταπτυχιακό από το Αριστοτέλειο στα Αρχαία και Νεοελληνικά.

1988
Ανέλαβε θέση στο Columbia, όπου δημιούργησε το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών.

1990
Πήρε το D. Phil από την Οξφόρδη στα Νεοελληνικά και στη Θεωρία της Λογοτεχνίας.

2000
Ανέλαβε την έδρα Kimon A. Doukas στο Columbia.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ