ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η ψύχραιμη και καίρια Τζούλια Δημακοπούλου

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΤΙΔΗΣ*

Το γαλάζιο και το πράσινο στις επιφάνειες του νερού, στις φυλλωσιές του δάσους, έχουν όλη την υλικότητα του χειροπιαστού σώματος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον οικείο για την ίδια και τους φίλους της χώρο του ινστιτούτου σύγχρονης ελληνικής τέχνης (την ιστορική αίθουσα Νέες Μορφές) απλώνει το μαγνάδι της ζωγραφικής της η εμβληματική οικοδέσποινα της ελληνικής τέχνης, μοντέρνας και σύγχρονης, Τζούλια Δημακοπούλου. Χαμηλόφωνα χαρισματική η ίδια, έχει κερδίσει, εδώ και χρόνια, μια καταξίωση σε βαθμό που δεν μοιράζεται με κανέναν: την ανάδειξη, προβολή, στήριξη πλήθους εικαστικών δημιουργών. Από τη δεκαετία του εξήντα πέρασαν πρωτοεμφανιζόμενα αλλά και καθιερωμένα ονόματα στους χώρους των Νέων Μορφών: διάσημοι που έγραψαν και νεότεροι που συνεχίζουν να γράφουν κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας στα εικαστικά του τόπου.

Για όποιον γνωρίζει ότι η Τζούλια Δημακοπούλου έχει σπουδάσει Ζωγραφική και Ιστορία της Τέχνης στη Βενετία και ότι ζωγραφίζει έκτοτε με παροιμιώδη αγνόηση της προτροπής φίλων να παρουσιάσει τη δουλειά της, η τωρινή, μεγάλης κλίμακας έκθεση με τίτλο «Μνήμες» δεν αποτελεί έκπληξη. Είχε εκθέσει, μία μοναδική φορά, στην επέτειο των 40 χρόνων της αίθουσας Νέες Μορφές (1999), ορισμένα έργα της που είχαν, όπως αναμενόταν, προκαλέσει αίσθηση.

Στις «Μνήμες» βρίσκεται κανείς μπροστά σ’ ένα έργο που ξεδιπλώνει τις πτυχές του μεθοδικά, εξελικτικά, προγραμματικά στο σχήμα «θέμα και παραλλαγές». Αν κανείς αναρωτηθεί πώς μια τέτοια προοικονόμηση του εικαστικού πεδίου μπορεί να είναι ζωγραφική στην επιφάνεια αλλά και ποιητική στο βάθος της, ας θυμηθεί πως τίποτε ποιητικό δεν πετυχαίνεται ανεπεξέργαστο, κανένα εκφραστικό αποτέλεσμα δεν στερείται διαδικασίας, μιας διαδικασίας που από τον καιρό των ιμπρεσιονιστών είναι εμπρόθετα παρούσα στο τελικό αποτέλεσμα ως οργανικό μέρος του.

Το γαλάζιο και το πράσινο στις επιφάνειες του νερού, στις φυλλωσιές του δάσους, σε ανήσυχες αρμονίες μεταξύ τους έχουν όλη την υλικότητα του χειροπιαστού σώματος και όλο το ποιητικό στοίχειωμα της άυλης οντότητας που αγκιστρώνει αυτόν που στέκεται μπροστά τους. Πράγματι, ο χειρισμός της επιφάνειας μέσω της ανάδειξης του υλικού, της υφής και των περιεσκεμμένων εντυπώσεων (εφέ) αποτελούν μορφολογική προτεραιότητα. Αυτή όμως είναι ο φορέας: κανοναρχεί την ένταση του περιεχομένου που δεν βλέπεται αλλά σαφώς νοείται. Είναι το φίλτρο που απορροφά το βουητό χωρίς να μειώνει τη φόρτιση του τόνου. Το αποτέλεσμα είναι σύμμετρο με την προσωπικότητα της ζωγράφου: ψύχραιμη, αισιόδοξη, ανεπιτήδευτη, καίρια, αψιμυθίωτη, στέκει σοβαρή απέναντι στα του βίου, όπως στο σεφερικό «ό,τι πέρασε πέρασε σωστά».

Οι «Μνήμες» της Τζούλιας Δημακοπούλου είναι σαν τη ρεστία, το βουβό κύμα: οι κυματισμοί δεν επιτρέπουν φουρτούνες στην επιφάνεια, αλλά κρατούν τον εκκωφαντικά συναισθηματικό τους πυρήνα. Το ρεπερτόριό της έχει τις βάσεις του στη ζωγραφικότητα του πεδίου, όχι χωρίς αναφορές στην παράδοση της Αφαίρεσης, με στόχο να αρθρώσει πειστικό λόγο αυτοβιογραφικής σημασίας. Πού είναι οι μνήμες σ’ αυτά τα έργα, πού είναι οι μνήμες σε αυτήν τη ζωγράφο; Η αποκρυπτογράφησή τους περνάει από τη δυνατότητα να αφήσει κανείς τη δική του μνημονική λειτουργία να κάνει τη δουλειά της – όχι με γεγονότα και περιστατικά αλλά με την αίσθηση των γεγονότων, οσοδήποτε σημαντικών, των περιστατικών, οσοδήποτε ασήμαντων.

Πολυσημία και αίνιγμα

Το υλικό της μνήμης ο ζωγράφος είτε το υποτάσσει στην αστυνόμευση της όρασης με εικόνες περιστατικών και αναπαραστάσεις γεγονότων είτε του δίνει την ελευθερία να πάρει τα σχήματα της πρόσληψης της μνήμης: πολύσημο, αινιγματικό, μεταβαλλόμενο, διασταλτικό, κυματιστό, με εξάρσεις και υφέσεις, ρευστό σαν την επιφάνεια της θαλασσινής ή της δασωμένης επικράτειας – με αυτήν μπορεί να αποδοθεί, χωρίς να εγκλωβίσει τον θεατή στην παγίδα της οριστικής κρυστάλλωσης, στην τελικότητα της μόνης αφήγησης.

Στον τόμο που συνοδεύει την έκθεση, η καλλιτέχνις προειδοποιεί ότι οι οπτασίες των άλλων δεν ενδιαφέρουν. Θα πρότεινα ότι πάντοτε, ωστόσο, μπορούν να ανασύρουν στην επιφάνεια τις δικές μας μνήμες ολοκληρώνοντας τη διαρκή επιθυμία κάθε καλλιτέχνη: να μεταφέρει στον θεατή τον κραδασμό που είναι αρκετά ισχυρός για να γεννήσει το έργο, στον θεατή που, με τη δική του σκευή και τη δική του ουσία, θα τον ανασυστήσει, παρόμοια δυνατό, ως δέκτης.

​​Η έκθεση «Μνήμες» της Τζούλιας Δημακοπούλου συνεχίζεται στο ινστιτούτο σύγχρονης ελληνικής τέχνης, Βαλαωρίτου 9Α, έως τις 14 Ιανουαρίου.

* Kαθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ