Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Δημήτρης Μάρδας: Βαφτίσια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Λ​​ίγο σαν παιχνίδι, και λίγο για να βαφτίσουν μια εποχή, τα μεγάλα λεξικά διοργανώνουν στο τέλος του χρόνου καλλιστεία νεαρών λέξεων. Προτού καν αλλάξει ο χρόνος, η Ελληνική είχε κιόλας στρατολογήσει μία υποψήφια σταρ: τη «μαρδακία».

Πρόκειται για νεολογισμό που δημιουργήθηκε στο τουίτερ από τη σύνθεση του επωνύμου «Μάρδας» και του αρχαίου τοπωνυμίου «Δακία».

«Δακία» ήταν το όνομα που εμπνεύστηκε ο βουλευτής και πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας – όνομα που είχε, λέει, κάποτε δει σε χάρτες μουσείων. Αν δεν την πούμε Δακία, ο βουλευτής έχει και plan B. Θα μπορούσαμε να την πούμε Δαρδανία. Ή Παιονία. Ή, όπως την προτιμά η ευρωβουλευτής Καΐλή, Μοισία.

Θα πει κανείς ότι ο Μάρδας είναι άσχετος με τη διπλωματία. Μπορεί να πέρασε για ένα χρόνο από το υπουργείο Εξωτερικών, ως υφυπουργός, αλλά δεν είναι σήμερα σε θέση να διαμορφώνει, ούτε καν να απηχεί, την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αποδίδει στις απόψεις του βάρος που δεν έχουν.

Ομως, ο τρόπος που ο βουλευτής προσέγγισε το θέμα είναι όντως αντιπροσωπευτικός. Είναι ανάλογος του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση πέταξε το θέμα στη δημόσια συζήτηση. Το πέταξε σαν εμπρηστικό πυροτέχνημα, χωρίς να θέσει το διαπραγματευτικό της πλαίσιο – επειδή τάχα δεν ήθελε να ανοίξει τα χαρτιά της. Επειδή υποτίθεται ότι δεν ήθελε να υπονομεύσει τη διαπραγμάτευση.

Ο,τι χαρτιά κι αν είχε το Μαξίμου, το βέβαιο είναι ότι η σύγχυση καταλήγει να υπονομεύει περισσότερο την προοπτική μιας λύσης. Η κυβέρνηση άνοιξε μόνο την ντουλάπα με το φάντασμα. Παρέδωσε έτσι την εκκρεμότητα του ονόματος σε όλα τα πολιτικά ένστικτα – τόσο στη δημαγωγική σκύλευση που επιχείρησε πρώτος ο ελάσσων εταίρος της, όσο και στον γελοιογραφικό ευτελισμό που προκαλούν «αυθόρμητες» παρεμβάσεις τύπου Μάρδα.

Τι χειρότερο θα είχε συμβεί αν είχε εξαρχής παρουσιάσει μια ξεκάθαρη γραμμή; Θα είχαν μάθει οι εχθροί τα μυστικά μας;

Ο χειρισμός αποδεικνύει για μία ακόμη φορά ότι δεν υπάρχει ζήτημα εξωτερικής πολιτικής τόσο σοβαρό ώστε η κυβέρνηση να διστάζει να το εργαλοποιήσει για εσωτερική κατανάλωση. Αν ο στόχος ήταν όντως μια λύση ικανή να αποσπάσει την περιλάλητη «πλειοψηφία όχι των κομμάτων, αλλά των βουλευτών», το Μαξίμου δεν θα είχε φορτίσει διχαστικά το θέμα.

Ακόμη κι αν αναγνωρίσει κανείς στον πρόεδρο των ΑΝΕΛ πολιτικό ακαταλόγιστο, οι τοξικές επιθέσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου και του υπουργού Εξωτερικών εναντίον της αντιπολίτευσης δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αμφιβολίας. Δεν βρίζεις εκείνον του οποίου τη συναίνεση φιλοδοξείς να εκμαιεύσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ