ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πριν από λίγα χρόνια, ένας φίλος μού είπε σχεδόν απηυδισμένος: «Πραγματικά δεν καταλαβαίνω όλη αυτή τη φασαρία με την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μια μέρα είναι σαν όλες τις άλλες». Και τρία δευτερόλεπτα μετά: «Εμείς στην οικογένειά μου δεν κάναμε ποτέ κάτι ιδιαίτερο εκείνο το βράδυ, γιατί να κάνω τώρα;».

Δεν είναι ο μόνος. Όλο και περισσότεροι δίπλα μου γυρίζουν την πλάτη τους στην «πιο σημαντική νύχτα του χρόνου», όπως την καταλάβαινα εγώ τουλάχιστον μεγαλώνοντας. Ένα σιωπηλό κίνημα ανυπακοής στον τελετουργικό εορτασμό της υποδοχής της νέας χρονιάς έρχεται να μας θυμίσει ότι ένας ακόμα «παλιός κόσμος» αποσυντίθεται. «Στις 11 θα είμαι ήδη στο κρεβάτι», μας ανακοίνωσε ανάλαφρα δεύτερος φίλος στην αναπόφευκτη ερώτηση «τι θα κάνεις την Παραμονή;». 

Προσπάθησα να ανακαλύψω ανεξιχνίαστα σημάδια θλίψης, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Μόνο μια αίσθηση απελευθέρωσης από έναν ακόμα κοινωνικό καταναγκασμό, που υποχρεώνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να σύρονται σε βαρετές οικογενειακές συνάξεις ή σε πολλά υποσχόμενα πάρτι, όπου ύστερα από μία ώρα πιάνεις τον εαυτό σου να ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι.

Θα σας ακουστεί τρομερά παλιομοδίτικο (και σίγουρα κάπως μελοδραματικό) αυτό που σκέφτομαι, αλλά εισπράττω αυτό το κύμα αμφισβήτησης για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σαν ένα είδος προδοσίας. Το ομολογώ, δεν μου αρέσει να παρακολουθώ να ξηλώνεται σιγά σιγά (ή γρήγορα γρήγορα) το πουλόβερ του τρόπου που είχαμε συνηθίσει να ζούμε τις ζωές μας μέσα από συγκεκριμένες «τελετουργίες» (ή υποχρεώσεις, αν προτιμάτε) που σηματοδοτούσαν τη ροή του χρόνου. Όσο κι αν προσπαθώ να προσαρμοστώ σε μια πιο κυνική προσέγγιση της παράδοσης, ο αυθόρμητος εαυτός μου ενθουσιάστηκε όταν ανακάλυψε ότι η φετινή παραμονή Πρωτοχρονιάς πέφτει Κυριακή. 

Οι Κυριακές, παρά το μελαγχολικό βάρος του απογευματινού τους σκέλους, έχουν από μόνες τους έναν εορταστικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι φέτος είναι και παραμονή Πρωτοχρονιάς προσδίδουν στην ημέρα επιπλέον «αίγλη», την οποία είμαι εξαιρετικά πρόθυμος να αναγνωρίσω. 

Γιατί αν ξαφνικά προσχωρήσω στο στρατόπεδο των «αγνωστικιστών», θα είναι σαν να προδίδω τη μισή μου παιδική ηλικία. Τη μαγεία εκείνης της νύχτας την οφείλω αποκλειστικά στο παραδοσιακό ρεβεγιόν της θείας Μάτας σε ένα αρχοντικό σπίτι της οδού Μιχαήλ Βόδα (ευτυχώς, υπάρχει μέχρι σήμερα). Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις μυρωδιές από την ευρύχωρη κουζίνα, όπου ένας μικρός στρατός γυναικών ετοίμαζαν το τραπέζι, την ξύλινη σκάλα που έτριζε, το συναρπαστικό δωμάτιο του ξαδέλφου μας με τα άπειρα παιχνίδια, τον σχεδόν αιωνόβιο παππού Θόδωρο, που όταν έπεσε το φλουρί προφήτευσε από την αγαπημένη του πολυθρόνα και με μαύρο χιούμορ «μη μου δίνετε συγχαρητήρια, αυτό το φλουρί δεν είναι για καλό» γιατί όντως έφυγε μέσα στη νέα χρονιά που καλωσορίζαμε με ασύλληπτα φάλτσα μικροί και μεγάλοι. 

Τι να μένει σήμερα από τις παιδικές Πρωτοχρονιές πέρα από τη βουλιαγμένη μνήμη μιας πιο συντεταγμένης ζωής που σκηνοθετούσαν άλλοι κι εσύ απλώς απολάμβανες; Ποιο νήμα μπορεί να τις συνδέει με το περίπλοκο και σχεδόν άχρονο σήμερα; Είναι, νομίζω, αυτό που λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος στις «Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου», ένα τραγούδι που δεν ακούστηκε όσο του άξιζε: «Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις / Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις / τη λίγη πίστη του ενηλίκου / στην παιδική ανατολή του». 

Επομένως; Επομένως, τα ποτήρια ψηλά: Καλή Χρονιά σε όλους! ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ