Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Και ύστερα ονειρεύεται ότι είναι ελάφι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​ίχε πει, στο 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο, ότι «η παρακολούθηση της συγκεκριμένης ταινίας απαιτεί εκ των πραγμάτων και εξαρχής μια κατάθεση γενναιοδωρίας εκ μέρους του θεατή». Και είχε δίκιο. Γιατί «Η ψυχή και το σώμα» (Χρυσή Αρκτος, Μπερλινάλε 2017) της Ιλντικο Ενιέντι, από την Ουγγαρία, ανήκει στην κατηγορία «Ακατάτακτη». Αλληγορία, ρεαλισμός, όνειρο, υπέρβαση, πραγματικότητα, ο ρόλος της φύσης –ζώα και φυτά εμφανίζονται με εξανθρωπισμένες ιδιότητες στη φιλμογραφία της– συνθέτουν το σύμπαν της 62χρονης σκηνοθέτιδος. Πρωτότυπη;

Ανησυχαστική, καθώς μιλάει για τον ταραγμένο ψυχισμό με απλότητα και κατανόηση; Λειτουργεί υποδόρια, αφού μιλάει για το «όνειρο» ως καταφύγιο; Περιθάλπει μικρότερα ή μεγαλύτερα εσωτερικά τραύματα και αδιόρατες ή εμφανείς αναπηρίες;

Εάν αναφερθεί κανείς σε θέματα «επικοινωνίας», περιορίζει την ταινία. Εάν σχολιάσει το ελλειπτικό ύφος της ή την προτίμηση της κάμερας στις μικρές λεπτομέρειες, δεν περιγράφει και κάτι πολύ ασυνήθιστο στο σινεμά. Τι διαθέτει λοιπόν αυτή η χαμηλότονη ταινία που προβάλλεται ήδη τρεις εβδομάδες στις αίθουσες (δύο, τρεις, το πολύ) και συναντάει σιγά σιγά το κοινό της; Οσοι τη βλέπουν την ερωτεύονται και από στόμα σε στόμα συντηρείται στους κινηματογράφους. Είναι αυτά τα μικρά «κυκλώματα», οι μερικές, λίγες, χιλιάδες θεατών, που δημιουργούν το αίσθημα της επικοινωνίας και της συνενοχής, περιστασιακό αλλά και ανθεκτικό.

Η υπόθεση συνοψίζεται στο εξής: ο διευθυντής ενός σφαγείου (μεσήλικας, γοητευτικός, με παράλυτο το ένα χέρι) υποδέχεται την καινούργια επιθεωρήτρια, μια νέα κοπέλα, που του κινεί το ενδιαφέρον αλλά είναι ψυχρή και απόμακρη. Οι δύο αυτοί, ξένοι μεταξύ τους, άνθρωποι συνειδητοποιούν, μέσα από διάφορα συμβάντα, ότι κάθε βράδυ βλέπουν το ίδιο όνειρο, στο οποίο είναι μεταμορφωμένοι σε ελάφια. «Ονειρεύτηκα ότι ήμουν ελάφι», λένε και οι δύο, σε διαφορετική αφήγηση στην ψυχολόγο που επισκέπτεται το σφαγείο. Από τον ήχο των σφαγείων, στον ήχο της φύσης, από τα κόκκινα ρυάκια στο δάπεδο, στο χιονισμένο τοπίο, στις παγωμένες λίμνες, στην αναζήτηση τροφής και συντρόφου.

Οι μεταμορφώσεις στις ταινίες της Ενιέντι δεν συντελούνται σε παράλληλα σύμπαντα. Ο κόσμος είναι ενιαίος, φαίνεται να υποστηρίζει, «συγκατοικούμε» είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, είτε το επιθυμούμε είτε όχι. Μπορεί να μην ανακαλύψουμε ποτέ ότι συμπρωταγωνιστούμε στο ίδιο όνειρο με κάποιον άλλον, μπορεί όμως και αν αποκαλυφθεί να σημαίνει κάτι ή να μη σημαίνει και τίποτα. Οι δύο ήρωες στην «Ψυχή και το σώμα» είναι ερωτευμένοι αλλά με έναν τρόπο απελπισμένο, γιατί δεν εκφράζεται από την πλευρά της κοπέλας. Η ανημπόρια της, στην ανθρώπινη επαφή, είναι μια ψυχική παραλυσία.

Δεν αντέχει το άγγιγμα των άλλων, ταράζεται, αντιδράει με φόβο τόσο που μοιάζει με αποστροφή. Είναι τόσο μονοκόμματη και άκαμπτη που, κάποια στιγμή, σπάει. «Οι ήρωές μου στην πραγματικότητα είναι πολύ απλοί άνθρωποι κι ήθελα αυτή η απλότητα να αντηχεί και στην ταινία μου. Νιώθω ότι τα πιο απλά πράγματα μερικές φορές έχουν την πιο μεγάλη δύναμη», λέει η Ενιέντι. Και αφαιρεί τις πολλές επιστρώσεις, επιλέγει τις σύντομες διαδρομές. Η άχρωμη, στεγνή εκ πρώτης όψεως, κοπέλα στήνει το βράδυ, στο μοναχικό δείπνο της, την αλατιέρα και την πιπεριέρα στο τραπέζι, και τις κινεί σαν τα κεντρικά πρόσωπα ενός θεατρικού έργου, με τους διαλόγους της δικής της ημέρας. Τι είπε σε εκείνον, τι της απάντησε. Και ύστερα σιωπή. Κοιμάται και γίνεται ελάφι.

Προσμονή για την επόμενη ημέρα, την επόμενη συνάντηση, και μετά ματαίωση. Το τραγούδι της Αγγλίδας Λόρα Μάρλινγκ «What He Wrote», σαν μια μικρή νουβέλα, που ακούει η ηρωίδα στο δωμάτιό της, συντονίζεται με την απέραντη θλίψη, απόρροια μιας απόλυτης ευθραυστότητας. Η κίνηση και η ομιλία της είναι τόσο μηχανικές, γιατί αν «λοξοδρομήσει», κινδυνεύει να καταρρεύσει. Δεν μπορεί να βαδίσει παρά μόνο αυτοματοποιημένα. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει παρά μόνο στα στοιχειώδη. Οτιδήποτε άλλο είναι γι’ αυτήν ξένο, ανοίκειο, σχεδόν εχθρικό. Και ύστερα ονειρεύεται ότι είναι ελάφι και πίνει νερό με το ταίρι της στη λίμνη. Ακουμπούν, απλώς, τις μύτες τους.

Πόσο χειροπιαστή είναι η ζωή που περιγράφει η Ιλντικο Ενιέντι; Πολύ και καθόλου, είναι η απάντηση. Φαίνεται αντιφατική αλλά είναι απλώς συμπληρωματική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ