ΘΕΑΤΡΟ

Η βίαιη αφύπνιση μιας κοινωνίας εν υπνώσει

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Η Ελίνα Ρίζου ανάμεσα στους αφηγητές του Ρομπ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ας μιλήσουμε για την αγάπη», θα πουν τα μέλη μιας ιδιόμορφης παρέας που ασφυκτιά από τα καταπιεσμένα της ένστικτα και θα παρακαθίσουν σε έναν στρεβλό Μυστικό Δείπνο με θέμα, όμως, τον Ρομπ, έναν νεκρό κατά συρροήν δολοφόνο. Η ιστορία του Ρομπ ωστόσο, σε κείμενο του Ευθύμη Φιλίππου, είναι μόνον η αφορμή για να αναδειχθούν τα συμπτώματα μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ζει και να λειτουργεί μέσα σε ένα ασφυκτικό, σχεδόν «ρομποτικό», πλαίσιο, στην κεντρική σκηνή της Στέγης.

Μέσα από την αφήγηση 10 χαρακτήρων παρουσιάζεται η μικρογραφία μιας κοινωνίας όπου η βία, αν και δεν εμφανίζεται, είναι παντού και αρέσκεται να συζητάει για εκείνους που εκτρέπονται από τα στενά της όρια, έστω και με τον χειρότερο τρόπο, όπως ένας δολοφόνος. «Ενώ η αντικειμενική πληροφορία είναι ότι ο Ρομπ έχει σκοτώσει, οι υποκειμενικές αφηγήσεις του καθενός είναι τελείως διαφορετικές. Καμιά φορά ο Ρομπ μοιάζει να είναι μια φαντασίωση μιας κοινωνίας που έχει ανάγκη να κατασκευάζει αρχηγούς και πρότυπα», σημειώνει ο Δημήτρης Καραντζάς, σκηνοθέτης της παράστασης.

Ο Ρομπ δεν υπάρχει στην παράσταση παρά μόνο μέσα από τις αφηγήσεις του αστυνομικού επιθεωρητή, των γονιών του και της αδελφής του και όλων όσοι τον «επαναφέρουν» είτε για να τον καταδικάσουν ή να τον λατρέψουν. Η παράσταση δεν επικεντρώνεται τόσο στην ταυτότητα του Ρομπ όσο στη λειτουργία του ως «καταλύτη» για να ενεργοποιηθεί η κοινωνία που τον περιστοιχίζει.

«Πάντα υπάρχει ανάγκη για έναν οδηγό στην κοινωνία, ένα σημείο αναφοράς που είτε το αγαπάς και το ακολουθείς ή το μισείς και το απορρίπτεις. Κάπως έτσι λειτουργεί και ο Ρομπ γι’ αυτούς. Περισσότερο βλέπεις το τέλμα μιας κοινωνίας που δεν έχει τον τρόπο να είναι αυθύπαρκτη και πώς ενεργοποιούνται από κάτι που είναι πέρα και έξω από αυτούς. Για μένα, επειδή όλο αυτό δεν έχει ρεαλιστικό υπόβαθρο, θα έλεγα ότι είναι μια παραβολή για την απώλεια των ενστίκτων», μας λέει ο κ. Καραντζάς.

Στα ανθρώπινα ένστικτα που βρίσκονται εν υπνώσει στη μικροκοινωνία του Ρομπ συμπεριλαμβάνονται η συντροφικότητα, η προστασία και ο ανθρωπισμός, που λείπουν και από τις σημερινές κοινωνίες, όπως παρατηρεί ο δημιουργός. «Οταν δεν έχεις κανένα πλαίσιο λειτουργίας, επιστρέφεις στο ζώο, αλλά το να μην “ακουμπάς” καθόλου το ζώο μέσα σου είναι και αυτό πρόβλημα. Σήμερα υπάρχει μόνον η αγωνία του να αντεπεξέλθεις και κάποιες οικονομικές συναναστροφές. Λείπει η υπενθύμιση της ανθρώπινης υπόστασης και του ανθρωπισμού. Οταν ακούμε για το ποιος έχει το μεγαλύτερο κουμπί βρισκόμαστε σε μια γελοιοποίηση, σε μια γραφικότητα της ανθρώπινης κατάστασης», τονίζει.

Η σχέση του έργου με τον Ρομπέρτο Τσούκο περιορίζεται, εξηγεί ο σκηνοθέτης, στη δολοφονική ιδιότητα του χαρακτήρα και στο γεγονός ότι το ομώνυμο έργο του Μπερνάρ Μαρί Κολτέζ είχε παρουσιαστεί ως παραβολή απέναντι στον γαλλικό κομφορμισμό της εποχής που χρειαζόταν μια άλλη φωνή για να ξυπνήσει. Στον Ρομπ, ωστόσο, τα μέλη της σκηνικής κοινωνίας, μόλις ξεφύγουν για λίγο από τα όριά τους, τρομάζουν, μας λέει ο σκηνοθέτης, και επιστρέφουν πιο γρήγορα με τη διπλάσια «πίστη» στη νόρμα της, σαν αυτό να είναι αρκετό για να συντηρούνται.

​​«Ρομπ», Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 17-28 Ιανουαρίου, 8.30 μ.μ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ