Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κιμ Γιονγκ Ουν: Χαλκομανίες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ο​​ταν χρειάζεται όχι απλώς να ερμηνεύεις, αλλά να ψυχαναλύεις αυτούς που είναι στα πράγματα, η κατάσταση μάλλον είναι επικίνδυνη, αλλά όχι ακόμη απελπιστική. Απελπιστική γίνεται όταν δεν χρειάζεται καν να τους ψυχαναλύεις. Οταν αυτοψυχαναλύονται ακαριαία μόνοι τους. Οταν, ας πούμε, απευθυνόμενοι σε ένα παγκόσμιο κοινό, νιώθουν την ανάγκη να γράψουν «το Κουμπί μου» με κάππα κεφαλαίο.

Απέναντι σε αυτές τις προεφηβικές εξάρσεις επιστρατευόταν η γνωστή, καθησυχαστική συγκατάβαση: Δεν μπορεί. Δεν είναι αυτό που φαίνεται. Πίσω από τα tweets του νέου προέδρου υπάρχει κάτι άλλο – υπέρτερο, σταθερό και ορθολογικό. Υπάρχει ένα παλιό σύστημα, που εξακολουθεί να σκέπτεται για λογαριασμό του.

Ενα χρόνο μετά, έχει πια φανεί ότι δεν υπάρχει κανένα αθέατο βάθος σε αυτό που βλέπουμε: Εναν πρόεδρο που, όταν δεν χτυπάει τα πλήκτρα του τηλεφώνου ή του τηλεκοντρόλ του (όλα τα ρεπορτάζ τον περιγράφουν ως αρειμάνιο τηλεορασάκια), θωπεύει το πυρηνικό κουμπί του.

Ο Τραμπ –πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;– μοιάζει σε αυτόν που ανταγωνίζεται. Μοιράζεται με τον Κιμ την ίδια στοιχειώδη γλώσσα που υπακούει στην πλεονάζουσα –ει μη και λιμνάζουσα– τεστοστερόνη. Πρόκειται για μια γλώσσα τόσο παλιά, τόσο χονδροειδή, ώστε καταλήγει να την προσλαμβάνει κανείς μόνο σαν γραφικότητα.

Ο Κιμ δεν γίνεται αντιληπτός τόσο ως ο κλειδοκράτορας ενός ολοκληρωτικού κλωβού με 25 εκατομμύρια ομήρους. Στις οθόνες των κοινωνικών δικτύων η εικόνα του κυκλοφορεί σαν ποπ χαλκομανία. Σαν να ήταν ο κακός ενός κόμικ ή μιας ταινίας του Τζέιμς Μποντ – όχι αληθινός τύραννος, αλλά τυραννική persona, με την οποία χαριεντιζόμαστε σε τρυφερή προστακτική. Στην προστακτική που συνήθως επιφυλάσσουμε στα άτακτα κατοικίδια: Ελα, Κιμ. Πάτα το, Κιμ. Πάτα το κουμπί.

Η ίδια γελοιογραφική αποπολιτικοποίηση συντελείται, ώς ένα βαθμό, και υπέρ του Τραμπ. Χάρη στα φίλτρα της ποπ κουλτούρας, ο τραμπισμός μεταμορφώνεται σε διαρκή μπουφονική περφόρμανς. Σε πηγή καθημερινού σκανδαλισμού, αλλά όχι φόβου. Οχι ανησυχίας.

Η φάρσα συγκαλύπτει τον κίνδυνο. Ποιος είναι αυτός ο κίνδυνος; Οχι τόσο η κατά λάθος πυρηνική εκπυρσοκρότηση. Ο πραγματικός ιστορικός κίνδυνος συνοψίζεται σε αυτό που είπε ένας Κινέζος καθηγητής, δικτυωμένος με το καθεστώς, στον Evan Osnos του New Yorker (στο συγκλονιστικό ρεπορτάζ υπό τον εύγλωττο τίτλο «Making China Great Again»): «Νομίζω ότι ο Τραμπ είναι ο Γκορμπατσόφ της Αμερικής».

Ο Κινέζος δεν εννοούσε βέβαια τον χαρακτηρισμό ως φιλοφρόνηση. Απηχούσε τον αναπτερωμένο εγωισμό της κινεζικής ηγεσίας, που –παρότι στην αρχή είχε θορυβηθεί από την ανάδειξη μιας εθνικιστικής προεδρίας στην Ουάσιγκτον– βλέπει πλέον τον Τραμπ ως δώρο της τύχης. Ως ευκαιρία να καλύψει η Κίνα τα κενά που αφήνει ο απομονωτισμός του νέου προέδρου.

Ενός «Γκορμπατσόφ» που δεν έχει τα χαρίσματα του Γκορμπατσόφ. Που θυμίζει περισσότερο Γέλτσιν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ