ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενας Μπαχ ευφρόσυνος, θεατρικός, γεμάτος χρώματα

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η εξαιρετική Ολλανδή κοντράλτο Χελένα Ράσκερ ερμήνευσε τη διάσημη άρια «Ετοιμάσου, Σιών» από την πρώτη Καντάτα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ενα πολλαπλά ερεθιστικό σύγχρονο ακρόαμα προσέφερε στο αθηναϊκό κοινό ο Μαρκ Μινκοφσκί με την ορχήστρα οργάνων εποχής «Οι μουσικοί του Λούβρου» και σύνολο από εξαίρετους μονωδούς. Η ερμηνεία του αξιοποίησε με γόνιμο τρόπο τις διαρκώς διευρυνόμενες γνώσεις σχετικά με το μπαρόκ ρεπερτόριο, ενώ ταυτόχρονα απέφυγε τη στείρα μουσική αρχαιολογία. Ολα αυτά στο «Ορατόριο των Χριστουγέννων» του Ι. Σ. Μπαχ, το οποίο ο διάσημος Γάλλος αρχιμουσικός κλήθηκε να διευθύνει στις 20 Δεκεμβρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Αγνωστο γιατί, απέδωσε μόνον τέσσερις από τις έξι καντάτες του έργου.

Οι έξι καντάτες που απαρτίζουν το περίφημο ορατόριο του Μπαχ σχετίζονται με τις σημαντικότερες γιορτές της εορταστικής περιόδου, η οποία ξεκινά τα Χριστούγεννα και ολοκληρώνεται με τα Θεοφάνεια. Είναι μεν αυτόνομες, ταυτόχρονα όμως συνδέονται οργανικά και με πολλαπλούς τρόπους, έτσι ώστε να αποτελούν ενότητα. Και αυτό, παρότι για τη μουσική τους ο Μπαχ δεν κατέφυγε απλώς στην ανακύκλωση μουσικού υλικού, πρακτική συνήθη την εποχή του μπαρόκ, αλλά επέλεξε την παράφραση. Αξιοποίησε δηλαδή μουσική από τρεις δικές του παλαιότερες κοσμικές καντάτες, ταιριάζοντας νέους στίχους στην υπάρχουσα μουσική. Είναι γνωστά αυτά, όπως είναι γνωστή η αγάπη του Μπαχ στους Ιταλούς συναδέλφους του, και ιδιαίτερα στον Βιβάλντι, του οποίου, όταν ήταν νέος, είχε μεταγράψει κοντσέρτα για έγχορδα και για πνευστά. Γνωστό είναι επίσης ότι ο Μπαχ απέκτησε συνολικά είκοσι παιδιά από τις δύο συζύγους του. Τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα ενός ανθρώπου μάλλον πρακτικού και ρεαλιστή με αγάπη για τη ζωή, παρά σκυθρωπού «προτεστάντη», δίχως χαμόγελο και χαρά, όπως επέμεναν να προβάλλουν κατά το παρελθόν κυρίως κατασκευασμένες «βιογραφίες», όπως το πολυδιαβασμένο «Μικρό χρονικό της Αννας Μαγδαληνής Μπαχ», γραμμένο μόλις το 1925 από τη Βρετανίδα Εστερ Μεϊνέλ, επηρεάζοντας ανάλογα τις ερμηνείες των έργων του συνθέτη.

Θεατρικότητα του μπαρόκ

Προφανώς, δεδομένη αφετηρία κάθε ανάγνωσης είναι το μουσικό κείμενο και όσα γνωρίζουμε για την ενορχήστρωση του έργου, μια ενορχήστρωση γεμάτη αποκαλυπτική φαντασία, που πάντως δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τον αριθμό των οργάνων τα οποία φανταζόταν ο συνθέτης. Από εκεί και πέρα ο εκάστοτε ερμηνευτής δεν έχει ως συμβούλους παρά το βάθος της γνώσης του, τη φαντασία, το ένστικτο και την αισθητική του, προκειμένου να πλάσει έναν μουσικό κόσμο παλλόμενο από ζωή, ελκυστικό, τελικά, στον σύγχρονο ακροατή και ανταποκρινόμενο στα αιτήματα κάθε εποχής.

Ο Μαρκ Μινκοφσκί ανήκει στους καλύτερους του είδους. Τους πλέον ενημερωμένους και τους πλέον ταλαντούχους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες αξιοποιεί τα όργανα εποχής όχι για στείρες μουσειακές μουσικές αποκαταστάσεις, αλλά ως εκφραστικό εργαλείο με τις δικές του, ξεχωριστές ιδιότητες. Αυτές που είχε στη διάθεσή του ο συνθέτης και ταυτόχρονα αυτές που είναι σε θέση να εκτιμήσει ο σύγχρονος ακροατής, με τα δικά του ακούσματα, ολότελα διαφορετικά από αυτά του Μπαχ.

Στη συγκεκριμένη ερμηνεία του Μινκοφσκί ο πνευματικός κόσμος του Μπαχ φωτίστηκε από αισθησιασμό και μεσογειακό φως. Η παλλόμενη, ανάλαφρη και σβέλτη, συχνά ταχύτατη μουσική διεύθυνση, τα υπέροχα ηχοχρώματα των ξύλινων πνευστών, οι αδρές παρεμβολές των κόρνων, οι οποίες ομολογουμένως είχαν τα προβλήματά τους, όλα συνεισέφεραν σε ένα μουσικο-αισθητικό ιδεώδες, το οποίο διέθετε θεατρικότητα και αμεσότητα συγγενή προς αυτή των εικαστικών τεχνών της εποχής του μπαρόκ. Σε κάθε καντάτα, αλλά και από μέρος σε μέρος, όποτε έκρινε ότι χρειαζόταν, ο Μινκοφσκί αναδιέτασσε τους μουσικούς στη σκηνή, ώστε η ηχητική εικόνα να είναι κάθε φορά διαφορετική και να ανταποκρίνεται στην επιδιωκόμενη ατμόσφαιρα. Τίποτε γενικόλογο, τίποτε αδιάφορο.

Αριστες ερμηνείες

Ο Μαρκ Μινκοφσκί είχε στη διάθεσή του τους «Μουσικούς του Λούβρου», σύνολο με όργανα εποχής και μεγάλη εμπειρία σε έργα του 18ου αιώνα. Επιπλέον, αξιοποίησε τους επτά μονωδούς του ως μέλη του ενδεκαμελούς φωνητικού συνόλου, από το οποίο αποδόθηκαν τα χορωδιακά μέρη. Η καταγωγή των τραγουδιστών μαρτυρούσε το σημερινό επίπεδο της μουσικής παιδείας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ετσι, το μέρος του Ευαγγελιστή, όπως επίσης τη δεύτερη άρια της Καντάτας των Θεοφανείων τραγούδησε με γλυκό ηχόχρωμα και μελωδική απαγγελία ο Ιταλός τενόρος Βαλέριο Κοντάλντο. Η Ολλανδή κοντράλτο Χελένα Ράσκερ ερμήνευσε με γεμάτη, αισθησιακά παλλόμενη φωνή τη διάσημη άρια «Ετοιμάσου, Σιών» από την πρώτη Καντάτα, ενώ ο Βρετανός βαθύφωνος Τζέιμς Πλατ ανταποκρίθηκε στην ιδιαίτερα γοργή μουσική διεύθυνση του Μινκοφσκί κατά την τελευταία άρια της ίδιας Καντάτας. Η φωτεινή και ευέλικτη φωνή της Ολλανδής υψιφώνου Λένεκε Ράουτεν αξιοποιήθηκε στην περίφημη άρια με ηχώ της τέταρτης Καντάτας, ενώ ο γεννημένος στο Κέιπ Τάουν κόντρα τενόρος Κρίστοφερ Εϊνζλι απέδωσε εκφραστικά και με υπέροχα γλυκό ηχόχρωμα την άρια «Κοιμήσου, αγαπημένε» από την καντάτα της δεύτερης ημέρας των Χριστουγέννων. Τις δεξιοτεχνικά απαιτητικότατες άριες για τενόρο τραγούδησε ο Αυστριακός Πάουλ Σβάινεστερ. Συνολικά, ήταν μια γιορτή μεθυστικών ηχοχρωμάτων και αισθητικής απόλαυσης, από την οποία έλειψαν αδικαιολόγητα δύο από τις καντάτες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ