ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τέλος στο επιχειρείν με κρατική βοήθεια

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

H Deca Investments, της οποίας διευθύνων σύμβουλος είναι ο κ. Νίκος Κούλης, είναι ένα private equity fund που στοχεύει στην απόκτηση σημαντικών μειοψηφικών συμμετοχών, σε μικρομεσαίες εξωστρεφείς ελληνικές εταιρείες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις δυσκολίες αλλά και στις ευκαιρίες που διαμορφώνονται στο επιχειρείν, έπειτα από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, αναφέρεται σε συνέντευξή του στην «Κ» ο κ. Νίκος Κούλης, διευθύνων σύμβουλος και partner της εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων Deca Investments. Η Deca διαχειρίζεται το Diorama Investments, ένα private equity fund με κεφάλαια 135 εκατ. ευρώ, που στοχεύει στην απόκτηση, μέσω αυξήσεων κεφαλαίου, συνήθως σημαντικών μειοψηφικών συμμετοχών σε μικρομεσαίες εξωστρεφείς ελληνικές εταιρείες. Μέχρι τώρα έχει πραγματοποιήσει τέσσερις σημαντικές επενδύσεις, αποκτώντας μειοψηφική συμμετοχή στις εταιρείες Atlas Tapes, Damavand, InternetQ και το 100% της Adam Pack.

– Πόσο έχει επηρεάσει το επιχειρείν η πολυετής κρίση των τελευταίων ετών; Υπάρχουν τομείς όπου η κρίση έχει λειτουργήσει σαν ευκαιρία;

– Σε μια τόσο μεγάλου μεγέθους κρίση και συρρίκνωση της οικονομίας είναι δύσκολο να μιλάει κανείς για ευκαιρία. Αυτό που συνέβη, όμως, είναι ότι εταιρείες πιεσμένες από τη μεγάλη μείωση της ελληνικής ζήτησης αναγκάστηκαν να ανταγωνιστούν σε πολύ μεγαλύτερες αγορές. Εταιρείες στον μεταποιητικό χώρο και στον τουρισμό ωφελήθηκαν από τη μείωση του εργατικού κόστους. Αλλες πάλι, όπως μερικές εταιρείες τεχνολογίας, ωφελήθηκαν από τη διαθεσιμότητα καλών στελεχών, τα οποία στο παρελθόν μπορεί να δούλευαν σε τράπεζες ή σε μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες. Οσες από αυτές πετύχουν θα είναι μεγαλύτερες και ισχυρότερες.

– Σε ποιους τομείς εντοπίζονται οι πλέον ανταγωνιστικές επιχειρήσεις της χώρας;

– Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχουν, πέραν βεβαίως από τη ναυτιλία, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις σε ευρύ φάσμα κλάδων. Είναι ευνόητο ότι η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα στον χώρο του τουρισμού και σε μερικούς τομείς τροφίμων, αλλά κάποιοι άλλοι τομείς, εξίσου δυναμικοί, είναι λιγότερο γνωστοί. Υπάρχουν στην Ελλάδα εξαιρετικοί μηχανικοί-προγραμματιστές, άρα εταιρείες που χρειάζονται μηχανικούς υψηλής ποιότητας με χαμηλότερο κόστος από τους ανταγωνιστές τους στη Δυτική Ευρώπη ή στις ΗΠΑ έχουν σημαντικό πλεονέκτημα, επειδή η φύση της απασχόλησης ταιριάζει με τη νοοτροπία των Ελλήνων. Επίσης, επιχειρήσεις στον τομέα της συσκευασίας πηγαίνουν καλά και μερικές έχουν αποτελέσει στόχους εξαγοράς από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες.

– Πώς τα έχουν καταφέρει να διακριθούν; Τι διαφορετικό κάνουν από τις άλλες επιχειρήσεις;

– Προσπαθούν να ξεπεράσουν τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η θέση τους στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τα πλεονεκτήματα: το χαμηλότερο κόστος εργασίας με καλής ποιότητας εργατικό δυναμικό, τη θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε., το ευρώ κ.λπ. Προσπαθούν να έχουν σταθερή και καλή ποιότητα, να είναι ευέλικτοι στις παραγγελίες και συνεπείς στις παραδόσεις αγαθών, και να γίνονται συνεχώς καλύτεροι και πιο ανταγωνιστικοί. Ακόμα και σε μη εξαγωγικούς τομείς, φέρ’ ειπείν στην εστίαση, έχετε παρατηρήσει πόσο πιο ευγενικοί και επαγγελματίες είναι πολλοί από τους εργαζόμενους; Από το ατυχές «να μη γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης», βλέπω μια αλλαγή προς τον επαγγελματισμό και μια υπερηφάνεια στο να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Αυτό είναι το κλειδί για την επιτυχία.

– Γιατί οι δυναμικές εξωστρεφείς επιχειρήσεις αποτελούν μικρή μειοψηφία; Τι φταίει και δεν αναπτύσσεται ένα πιο εξωστρεφές επιχειρηματικό σύστημα;

– Δεν είναι εύκολο να αλλάξει ένα μοντέλο ανάπτυξης πολλών δεκαετιών. Επί δεκαετίες, οι Eλληνες επιχειρηματίες είχαν βολευτεί με την εσωτερική ζήτηση και την κρατική βοήθεια. Από το 1950 έως το 1980 είχαμε μια πολύ γρήγορα αναπτυσσόμενη αλλά κλειστή και προστατευμένη οικονομία. Οταν αυτή άνοιξε, με την είσοδο στην ΕΟΚ, η πίεση αντισταθμίστηκε με μεγάλες επιδοτήσεις από την Ε.Ε. και κάθε είδους κρατική βοήθεια. Αυτό μαζί με τον άφθονο και φθηνό δανεισμό είχε δημιουργήσει ένα βολικό και εύκολο περιβάλλον. Το να προσπαθήσει κανείς να γίνει ανταγωνιστικός διεθνώς, έχοντας να αντιμετωπίσει πέρα από τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης, μιαν απίστευτη γραφειοκρατία, τη δυσκολία δανειακής χρηματοδότησης αλλά και το πολύ υψηλότερο κόστος δανεισμού σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, δεν είναι εύκολο. Αλλά πολλοί άνθρωποι με μεράκι και κουράγιο το κάνουν με επιτυχία.

– Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας;

– Αυτά που σας ανέφερα πριν. Μια απίστευτη γραφειοκρατία, που θεωρώ ότι αποτελεί μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανάπτυξη από την υψηλή φορολογία, ένας κρατισμός του περασμένου αιώνα, το παλιό υπόδειγμα ανάπτυξης που κάνει πολλούς να περιμένουν ότι οι παλιοί «καλοί καιροί» θα ξανάρθουν και, βέβαια, η έλλειψη επαρκούς τραπεζικής χρηματοδότησης. Πρέπει εδώ να τονίσω ότι το υδροκέφαλο αντιαναπτυξιακό Δημόσιο δεν είναι εφεύρεση της σημερινής κυβέρνησης. Είναι ένα «τέρας» που έχει αυτονομηθεί από καιρό. Θυμηθείτε μόνο τι τράβηξε, παρά τη βοήθεια τουλάχιστον δύο πρωθυπουργών, ο καπετάνιος Βασίλης Κωνσταντακόπουλος, για να φτιάξει αυτό το κόσμημα που έφερε δουλειές και χρήματα στη Μεσσηνία και χαρά σε χιλιάδες ανθρώπους, που γνώρισαν έτσι μια πανέμορφη γωνιά της Ελλάδας.

– Πώς βλέπετε την οικονομία έπειτα από εννιά χρόνια κρίσης; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την ανάκαμψη;

– Πολιτική σταθερότητα, ένα περιβάλλον λιγότερο εχθρικό στην επιχειρηματικότητα, άρα ένα Δημόσιο που αν δεν βοηθάει, τουλάχιστον να μην πολεμάει την επιχειρηματικότητα, ένα τραπεζικό σύστημα που να λειτουργεί, άρα ύπαρξη τραπεζικής πίστης, αναπλήρωση των χαμένων ιδίων κεφαλαίων, άρα επενδύσεις και, τέλος, εμπιστοσύνη στο μέλλον, άρα σταθεροί κανόνες και μια σωστά λειτουργούσα Δικαιοσύνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ