Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ζόραν Ζάεφ
Σάρισες και σωληνάρια

Κ​​άθε ταυτότητα προϋποθέτει μια «αλλοτριότητα». Ορίζεις αυτό που είσαι πάντα σε σχέση με κάτι άλλο που δεν είσαι. Με βάση αυτόν τον μηχανισμό –οικοδόμησης της ταυτότητας πάνω στη διαφορά– πρέπει να αναγνωριστεί και η συμβολή του ελληνικού εθνικισμού στη στερέωση «μακεδονικής» εθνικής συνείδησης. Θα είχε αναπτυχθεί τόσο η «εθνική» ιδεολογία στα Σκόπια, αν δεν τη νομιμοποιούσε ένα αντίπαλο δέος; Θα είχε κυριαρχήσει εκεί ο μικρομεγαλοϊδεατισμός των γύψινων Μεγαλέξανδρων, αν δεν τον είχε τροφοδοτήσει η ελληνική στάση;

Για λόγους που είναι πια διαυγείς, η Ελλάδα άφησε –για να μην πούμε εξώθησε– τον νεαρό γείτονά της στον Βορρά στη μοίρα της περιχαράκωσης. Το ότι αυτή δεν ήταν η μόνη επιλογή, φάνηκε λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια το όνομα είχε σχεδόν ξεχαστεί. Φάνηκε στη σχετικά σύντομη εκείνη περίοδο που, χωρίς να έχει ανάγκη από συλλαλητήρια και σάρισες, η Ελλάδα είχε την εμβέλεια μιας soft power στα Βαλκάνια: Μιας ειρηνικής δύναμης που επεκτεινόταν οικονομικά και προέβαλλε στους γείτονές της ως υπόδειγμα ευημερίας και θεσμικής συγκρότησης.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι τώρα τι γίνεται. Ακόμη κι αν υποθέσει κανείς ότι η ελληνική πολιτική τάξη θα αποφύγει την υποτροπή στη βουκεφαλία του ’90, θα μπορέσει η άλλη πλευρά να σηκώσει ένα συμβιβασμό; Ο συνομήλικος του Τσίπρα, Ζόραν Ζάεφ, λέει ότι έχει την πολιτική βούληση. Αλλά η πολιτική βούληση δεν αρκεί για να προσγειωθεί μια εφηβική εθνική φαντασία φουσκωμένη με τον πολυεστέρα τόσων μύθων.

Αν υπήρχε ένα γλυπτό που θα μπορούσε να συμβολίσει τη σχέση της Αθήνας με την ΠΓΔΜ είναι εκείνο το γιγαντιαίο, πατημένο σωληνάριο του Claes Oldenburg, από το στόμιο του οποίου χύνεται σαν απολιθωμένο φίδι η οδοντόπαστα. Μερικά ιστορικά προβλήματα είναι σαν τη χυμένη οδοντόπαστα. Ο,τι κι αν κάνεις, είναι αδύνατο να τη βάλεις ξανά στο σωληνάριο.

Ευγένιος Γκέραρντ
Ενορία Γεντί Κουλέ

Π​​ώς διαφέρει η ταυτότητα που διαλέγεις από την ταυτότητα που κληρονομείς; Το παράδειγμα του Εγκε Γκέραρντ πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις, αλλά δεν προσφέρεται για κατατοπιστική απάντηση. Ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να απαντήσει αν επέλεξε την ταυτότητα ή τον επέλεξε εκείνη – αν τον φώναξε πρώτα εκείνη «Ευγένιο», προτού ακούσει ο ίδιος τον εαυτό του σε αυτό το επίκτητο όνομα.

Η σταδιοδρομία του Γκέραρντ προσφέρεται, πάντως, για να δείξει στους αμύητους ότι το παιχνίδι δεν παίζεται μόνον χάριν παιδιάς. Προτού οργανωθεί επιστημονικά, προτού αρχίσουν κάποιοι να το βλέπουν σαν σκάκι επί χόρτου, το παιχνίδι ήταν ήδη μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Οχι εξίσου σημαντική, αλλά εξίσου σοβαρή με την εξωγηπεδική ζωή. Ετσι τουλάχιστον μετείχε στο παιχνίδι ο Γκέραρντ. Ο Ολλανδός άνοιξε, θα έλεγες, έναν χώρο στη δεύτερη πατρίδα του, εκεί όπου δεν υπήρχε τίποτε. Χάρη κυρίως σε εκείνον, οι Κυριακές του Ηρακλείου απέκτησαν μια δεύτερη Λειτουργία – με λάμδα κεφαλαίο. Ενα σημείο αναφοράς – από εκείνα τα σημεία γύρω από τα οποία πλέκεται η κοινή ζωή.

Τι σημαίνει «προπονητής ποδοσφαίρου» στα ελληνικά; Σημαίνει κρέας για τη σούβλα – ο πρώτος στον οποίο στρέφεται η ομάδα όταν επείγεται κάποιον να ανασκολοπίσει. Οι λίγοι προπονητές που έχουν δραπετεύσει από αυτόν τον κανόνα είναι αποκλειστικά ξένοι. Τα ελληνικά ποδοσφαιρικά σύνολα πετυχαίνουν μόνον όταν εκπληρώνουν τα προαπαιτούμενα ξένων καθοδηγητών – του Ολλανδού που έκρυβε μέσα του έναν Κρητικό, του Γερμανού που χοροπηδούσε στη γραμμή σαν μεσογειακός, του Πορτογάλου που ήξερε να στήνει άμυνες σαν γερμανικές μηχανές. Και, βεβαίως, εκείνου του βλοσυρού επαγγελματία από τη Σερβία.

Δεκαπέντε χρόνια στον ίδιο πάγκο, ο Γκέραρντ δεν προπονούσε απλώς μια ομάδα. Πρωταγωνιστούσε σε μια κοινότητα. Τη θετή του κοινότητα, στην οποία έδωσε περισσότερα απ’ όσα πήρε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ