ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι οκτώ Τούρκοι αξιωματικοί και το ελληνικό Σύνταγμα

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

Παρά τα όσα ισχυρίστηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών έκρινε ότι οι τουρκικές αρχές δεν αποδεικνύουν συγκεκριμένη ανάμειξη του αιτούντος αξιωματικού στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν και ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίζεται το θέμα των οκτώ Τούρκων αξιωματικών προκαλεί εύλογες απορίες, δεν θα αμφισβητήσω τη νομιμότητα των ενεργειών της. Ο νόμος προβλέπει από παλιά τη δυνατότητα του αρμόδιου υπουργού να προσφεύγει εναντίον της χορήγησης πολιτικού ασύλου από την αρμόδια Δευτεροβάθμια Επιτροπή (ενδοστρεφής δίκη). Επομένως, με στενά νομικά κριτήρια, παρότι –εξ όσων γνωρίζω– για πρώτη φορά ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η αντίδραση της κυβέρνησης για τον έναν από τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς που κατέφυγαν στη χώρα μας το πρωί της 16ης/7/2016 δεν ήταν αυθαίρετη. Ηταν όμως και αναμενόμενη. Ο κ. Τσίπρας όφειλε να δείξει στον κ. Ερντογάν ότι εξαντλεί όλα τα περιθώρια που ο νόμος τού αναγνωρίζει. Και έπραξε αναλόγως.

Απεναντίας, το στοιχείο που σοκάρει είναι η ηθική ασυνέπεια της κυβέρνησης. Και τούτο, ενόψει των όσων έχει κατά καιρούς δηλώσει για τον εαυτό της και για το ήθος της Αριστεράς. Διότι, όπως ασφαλώς γνωρίζει και ο κ. Τζανακόπουλος, έχοντας παλαιότερα ασχοληθεί με τη φιλοσοφία του δικαίου, το δίκαιο δεν είναι άσχετο με την ηθική.

Από τη σκοπιά μου, θα προσπαθήσω να αναδείξω τη συνταγματική πλευρά της υπόθεσης. Το 1975, όταν ψηφιζόταν το ισχύον Σύνταγμα, ο καθηγητής Γ. Α. Μαγκάκης, βουλευτής τότε της Ενώσεως Κέντρου - Νέες Δυνάμεις, πρότεινε να περιληφθεί στο Σύνταγμα διάταξη για όσους διεκδικούν πολιτικό άσυλο στη χώρα μας. Η πρόταση έγινε δεκτή, και το άρθρο 5 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει: «Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας».

Λίγους μόλις μήνες μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το σκεπτικό του αείμνηστου καθηγητή ήταν ξεκάθαρο: όπως τόνιζε στη Βουλή, πρέπει να προβλεφθεί ότι «στην Ελλάδα παρέχεται πολιτικό άσυλο στους διωκόμενους για λόγους πολιτικούς. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη είναι, κύριοι συνάδελφοι, πράξη οφειλόμενης διεθνούς αλληλεγγύης. Οταν ο ελληνισμός και πολλοί διωκόμενοι εγνώρισαν τη διεθνή αλληλεγγύη που εκφράζει ο θεσμός του πολιτικού ασύλου, θα ήταν μεγάλη ασυνέπεια αν η ελληνική πολιτεία, ανασυντασσομένη, δεν προέβλεπε αυτόν τον θεσμό στο Σύνταγμά της» (29/1/1975).

Σήμερα, κύρια πηγή των ρυθμίσεων για το άσυλο, που ισχύουν και στη χώρα μας, είναι βέβαια το διεθνές, καθώς και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Προηγείται η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, την οποία το Δικαστήριο της Ε.Ε. έχει χαρακτηρίσει «ακρογωνιαίο λίθο» του διεθνούς νομικού συστήματος για την προστασία των προσφύγων. Σε αυτήν (και ένα πρωτόκολλο του 1967) παραπέμπει άλλωστε και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, ορίζοντας ότι η Ενωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στον τομέα αυτό «με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιονδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας […]» (άρθρο 78 ΣΛΕΕ).

Μα είναι ποτέ δυνατόν, μας είπε προκλητικά ο κ. Ερντογάν προ ημερών στην Αθήνα, να παρέχεται πολιτικό άσυλο σε επίδοξους πραξικοπηματίες; Εφθασε μάλιστα έως το σημείο να διερωτηθεί τι θα έκανε η Τουρκία αν είχαν καταφύγει στο έδαφός της οι τρομοκράτες της Ε.Ο. 17Ν και η Ελλάδα διεκδικούσε την έκδοσή τους.

Σε αυτό το ερώτημα δίνει πειστική απάντηση η 58σέλιδη απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, που τη νομιμότητά της ήδη αμφισβητεί η κυβέρνηση. Με εισήγηση της κ. Αικατερίνης Κουτσοπούλου, πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων Ηρακλείου Κρήτης, η τριμελής αυτή επιτροπή έκρινε ότι οι τουρκικές αρχές δεν αποδεικνύουν συγκεκριμένη ανάμειξη του αιτούντος αξιωματικού στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Το ελικόπτερο τύπου Σικόρσκι που συγκυβερνούσε δεν έφερε οπλισμό και δεν θα μπορούσε, χωρίς ανεφοδιασμό, να πετάξει από τη βάση του στην Κωνσταντινούπολη στη Μαρμαρίδα, για να μετάσχει στην επιχείρηση δολοφονίας του κ. Ερντογάν, και από εκεί να καταφύγει στην Αλεξανδρούπολη.

Το σχετικό απόσπασμα είναι αποστομωτικό και αξίζει να παρατεθεί: η περιγραφή των γεγονότων από τους Τούρκους είναι «εντελώς αόριστη». Διότι αυτά «αναφέρονται γενικώς […], χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των πράξεων, του τρόπου και του βαθμού συμμετοχής του προσφεύγοντος στις πράξεις αυτές, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων […]. Ειδικότερα, η γενική αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις του αρχηγού του πληρώματος του ελικοπτέρου κατά τη νύχτα του πραξικοπήματος και η μέσω αυτών επιχειρούμενη σύνδεση του προσφεύγοντος με τις εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται σ’ αυτόν δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να στηρίξουν τις σε βάρος του προσφεύγοντος κατηγορίες […]».

Δεν ευσταθεί, συνεπώς, η ένσταση ότι συντρέχει στο πρόσωπό του κάποια από τις προβλεπόμενες «ρήτρες αποκλεισμού», όπως π.χ. αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου. Ως εκ τούτου, ο αιτών δεν διώκεται για συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, όπως θα διωκόταν ο Δ. Κουφοντίνας, αλλά διότι θεωρείται αντίθετος με το καθεστώς του κ. Ερντογάν.

Με την απόφασή της αυτή, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών έσωσε την τιμή των Ελλήνων νομικών. Διότι, εκτός από το διεθνές δίκαιο, ενόψει του οποίου ερμήνευσε ως ώφειλε τον νόμο, έλαβε υπ’ όψιν και μιαν από τις πιο ωραίες, τις πιο γενναιόδωρες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος.

Είμαι βέβαιος ότι τα δικαστήρια, που θα έχουν εν προκειμένω και τον τελευταίο λόγο, θα συμμερισθούν αυτή τη διαπίστωση και θα υπενθυμίσουν, σε όποιον το αμφισβητεί, ότι δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ δικαίου και ηθικής.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ