ΚΟΣΜΟΣ

«Πολεμώντας» τις ψευδείς ειδήσεις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Στο West High της Αϊόβα διδάσκεται δημοσιογραφία, ενώ μαθητές όπως η Νίνα ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους στο περιοδικό του σχολείου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό, ένα κύμα πολύχρωμου λαϊκισμού σαρώνει ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Επηρεάζει εκλογικά αποτελέσματα, ενισχύει την πίστη στον ανορθολογισμό, υπονομεύει τα θεμέλια της παιδείας ως πυλώνα των σύγχρονων εθνών-κρατών, εντέλει αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στην καρδιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Βασικός μηχανισμός δημιουργίας, διασποράς και ενίσχυσης αυτού του σαρωτικού κύματος είναι η παραπληροφόρηση και οι ψευδείς ειδήσεις, τα fake news.

Οι ΗΠΑ είναι ίσως το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου η συζήτηση για την αντιμετώπιση της λαίλαπας των fake news και της κακόβουλης παραπληροφόρησης, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, έχει λάβει τόσο μεγάλη έκταση.

Πριν από λίγες εβδομάδες είχα την ευκαιρία να διασχίσω τις ΗΠΑ από την Ανατολική έως τη Δυτική Ακτή και να έλθω σε επαφή με ανθρώπους που αναζητούν να χαρτογραφήσουν ένα φαινόμενο και να βρουν λύσεις εκεί όπου ορισμένες φορές δεν φαίνεται να υπάρχουν. Η Αμερική είναι μια χώρα με αδιανόητη για την Ευρώπη (πολλώ δε μάλλον για την Ελλάδα) οργάνωση σε επίπεδο κοινωνίας πολιτών και αυτό φάνηκε σε όλους τους σταθμούς του ταξιδιού, από τη θεσμική Ουάσιγκτον στη μεσοδυτική Αϊόβα Σίτι και από το ταχύτατα αναπτυσσόμενο Σαν Φρανσίσκο στη Βοστώνη, η οποία αποτελεί υπόδειγμα πόλης που βρίσκει (ξανά και ξανά) τρόπους να επανεφεύρει τον εαυτό της.

Σχολείο-υπόδειγμα

Αλλά, μιας και μιλάμε για την αντιμετώπιση των fake news, η ελπίδα κρύβεται συνήθως εκεί όπου δεν την περιμένει κανείς. Οχι στα υψηλής ποιότητας πανεπιστημιακά ιδρύματα και στους αναγνωρισμένους επαγγελματίες, αλλά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στο West High School του Αϊόβα Σίτι, ένα σχολείο υπόδειγμα, οι μαθητές διδάσκονται καθημερινά μία ώρα δημοσιογραφία. Η υπεύθυνη καθηγήτρια είναι πρώην δημοσιογράφος, ενώ ο διευθυντής του σχολείου έχει, επίσης, παρακολουθήσει μαθήματα δημοσιογραφίας.

Ενώ όλα αυτά μοιάζουν αρχικά περίεργα, μαθαίνω ότι στην Αϊόβα έχει ιδρυθεί από το 1921 Σχολική Ενωση Τύπου (Iowa High School Press Organization), κάτι που εξηγεί την εξοικείωση των επαγγελματιών με την έννοια της παραγωγής ειδήσεων, όχι όμως και το επίπεδο των αποτελεσμάτων που παράγονται ήδη από τα γυμνασιακά χρόνια. Αυτό έγινε σαφές όταν μπροστά μας (σε μια ομάδα συνολικά 12 ατόμων από την Ευρώπη όπου περιλαμβανόταν και ο γράφων) κάθισε ένα κορίτσι 16 χρονών με γονείς πολωνικής και τουρκικής καταγωγής, η Νίνα, η οποία και συστήθηκε ως αρχισυντάκτρια του περιοδικού που σχεδιάζεται και γράφεται από τους μαθητές του σχολείου.

Το «West Side Story» θα έκανε αρκετούς... εξπέρ των εν Ελλάδι περιοδικών να αισθανθούν άχρηστοι. Από το στήσιμο των σελίδων και τα κείμενα έως τη γραφιστική δουλειά, το περιοδικό είναι πραγματικά άψογο και έχει ως υπεύθυνη την 16χρονη Νίνα, η οποία, μάλιστα, αναζητεί αντικαταστάτη, καθώς του χρόνου θα συνεχίσει τις σπουδές της στο κολέγιο. Το περιοδικό εκδίδεται μεν με τη βοήθεια του σχολείου, διαθέτει δε και εμπορικό τμήμα ώστε να προσελκύει και διαφημίσεις.

Η επόμενη στάση στην Αϊόβα ήταν στο πανεπιστήμιο της πόλης. Το Αϊοβα Σίτι έχει περίπου 80.000 κατοίκους, ορισμένοι προσθέτουν και τις μικρές κωμοπόλεις που βρίσκονται στα περίχωρα, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό κατοίκων της αστικής περιοχής στις 120.000. Το πανεπιστήμιο έχει περισσότερους από 40.000 φοιτητές με δεσπόζουσα σχολή –διόλου περίεργα για αυτή την προοδευτική πόλη-εξαίρεση σε μια πολιτεία που ψήφισε κατά πλειοψηφία τον Ντόναλντ Τραμπ– αυτή της Δημοσιογραφίας. Ηταν σχεδόν φυσιολογικό, με βάση όσα είχα δει ώς εκείνη τη στιγμή, ότι σε ένα τέτοιο πανεπιστήμιο λειτουργούσε μια τοπική, μαχητική εφημερίδα, η Daily Iowan. Ωστόσο, ο Ντέιβιντ Ράιφ, διευθυντής της Σχολής Δημοσιογραφίας (και Μαζικής Επικοινωνίας) του πανεπιστημίου, και ο αναπληρωτής καθηγητής Ντάνιελ Λάθροπ «προσγείωσαν» την ευρωπαϊκή ομήγυρη απότομα.

Ο Ράιφ είναι ένας πολυγραφότατος και ιδιαίτερα έμπειρος καθηγητής και εκτιμά ότι οι προσπάθειες που γίνονται για την αντιμετώπιση της διασποράς ψευδών ειδήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Ανέφερε ως παράδειγμα το γεγονός ότι θεωρεί τη σημερινή γενιά Αμερικανών δημοσιογράφων την καλύτερη που πέρασε από το επάγγελμα από πολλές απόψεις.

Μιντιακός αλφαβητισμός

Η εμπειρία του Ράιφ του επιτρέπει, βεβαίως, να διακρίνει ότι έννοιες όπως το «fact checking» (η διασταύρωση των γεγονότων) δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι εντελώς συνυφασμένο με την έννοια της επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Ο Ράιφ δεν ήταν ιδιαίτερα ένθερμος υποστηρικτής του μιντιακού αλφαβητισμού, ή media literacy, όπως έχει επικρατήσει παγκοσμίως (δυστυχώς όχι στην Ελλάδα, η οποία βρίσκεται δραματικά πίσω και σε αυτό τον τομέα). Θεωρεί ότι η διάκριση της πραγματικότητας από το ψέμα είναι μια ψυχολογική διαδικασία. Και η ψυχολογική διαδικασία, όπως λέει, μπορεί να παρακάμπτει οποιοδήποτε μάθημα παιδείας ή αλφαβητισμού στα ΜΜΕ.

Σε πρακτικό επίπεδο, όχι μόνον ο Ράιφ αλλά και μια σειρά από άλλους ανθρώπους που συνάντησα στις ΗΠΑ τάσσονται υπέρ μιας έννοιας που στο πρώτο άκουσμα μοιάζει πρωτόγνωρη για την αμερικανική πραγματικότητα, είναι, ωστόσο, στενά συνδεδεμένη με την κοινωνία των πολιτών και την κάθετη οργάνωση «από τα κάτω προς τα πάνω» (bottom-up) που υπάρχει σε αυτή τη χώρα: Θα πρέπει να υπάρξει δημόσια επιχορήγηση στα ΜΜΕ, προκειμένου να ξεφύγουν από τον ολοένα και στενότερο έλεγχο συγκεκριμένων και –κυρίως– διαρκών λιγότερων ιδιοκτητών.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να χωρέσει κάποιος τρεις εβδομάδες τόσο πυκνών επαφών και συζητήσεων, δίχως να αδικήσει κάποιον συνομιλητή ή κάποιο θέμα. Ωστόσο, η συζήτηση για τον τρόπο που οι τοπικές κοινωνίες μπορεί να συμβάλουν στην αναβάθμιση των τοπικών ΜΜΕ (διότι αυτή είναι η έννοια του δημοσίου στις ΗΠΑ και όχι η επιχορήγηση από το κράτος) είναι πραγματικά αποκαλυπτική.

Ο ρόλος της υψηλής τεχνολογίας σε ένα κλίμα ακραίας πόλωσης

Το Σαν Φρανσίσκο ήταν ενδεικτικό ως εμπειρία προσπάθειας τοπικού χαρακτήρα (Bay Area) για τη διάχυση της κατανόησης του τι εστί πραγματική και τι ψευδής πληροφορία. Στον σταθμό KQED λειτουργεί ένα ολόκληρο τμήμα, το οποίο επιμορφώνει καθηγητές, μαθητές, δασκάλους στον τρόπο που θα μεταδίδουν πληροφορίες και πώς θα μορφώνουν τους νέους για το επίπεδο των ΜΜΕ. Γενικά δουλεύουν με τον συνήθη αποκεντρωμένο τρόπο του PBS, ωστόσο η ομοσπονδιακή χρηματοδότησή τους δεν περνάει ποτέ το 10%. Η συντριπτική πλειονότητα αυτής παρέχεται από τοπικούς παράγοντες, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν αυξήσει τις δωρεές τους προς το KQED. Ως φορέας της ευρύτερης περιοχής, το KQED, όπως και σχεδόν όλοι στο Σαν Φρανσίσκο, συνεργάζονται με τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας της Σίλικον Βάλεϊ.

Η Google και –κυρίως– η Facebook εξήπταν τα πάθη κάθε φορά που η συζήτηση μεταφερόταν στη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Υπήρχαν υποστηρικτές που ανέφεραν ότι ιδιαίτερα το Facebook, με τους σχεδόν δύο δισ. ενεργούς χρήστες του, απλά προσπαθεί να περιοριστεί στη βασική δραστηριότητά του, δηλαδή να δημιουργήσει κέρδη. Ενώ υπήρχαν και ορισμένοι, λιγότεροι από τους υποστηρικτές αλλά αρκετά διακριτή μειοψηφία, οι οποίοι τάσσονταν υπέρ της ρύθμισης αυτών των μεγάλων πολυεθνικών, ώστε να μη διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις και παραπληροφόρηση ανά τον κόσμο.

Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει ότι δίχως την τεχνολογία, το φαινόμενο της κακόβουλης παραπληροφόρησης δεν αντιμετωπίζεται. Η πικρή εμπειρία της ρωσικής παρέμβασης μέσω της υψηλής τεχνολογίας ακόμη και (όπως ερευνάται) στις αμερικανικές εκλογές έχει διαλύσει κάθε ψευδαίσθηση περί του αντιθέτου. Ο αναπληρωτής καθηγητής του Media Lab του ΜΙΤ στη Βοστώνη Ιθαν Ζούκερμαν παρουσίασε το δικό του πρότζεκτ για τη χαρτογράφηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα ΜΜΕ, παράγοντας ένα πραγματικά εντυπωσιακό –από πλευράς όγκου δεδομένων– αποτέλεσμα. Στο Σαν Φρανσίσκο συνάντησα έναν Γάλλο, τον Φρεντερίκ Φιγιού, και βασικό συγγραφέα του μπλογκ Monday Note, ο οποίος ως fellow στο Στάνφορντ εξελίσσει ένα ψηφιακό εργαλείο διάκρισης των πραγματικών από τις ψευδείς ειδήσεις.

Παρά την πολύ έντονη τεχνολογική διάσταση και τα χρήματα που δαπανώνται στις ΗΠΑ για την αντιμετώπιση του φαινομένου, είναι αδύνατον να μη διακρίνεις το πολιτικό και κοινωνικό έδαφος επί του οποίου καλλιεργούνται και ανθούν η παραπληροφόρηση και οι ψευδείς ειδήσεις. Η πόλωση είναι πανταχού παρούσα. Κάθε πρωί ή βράδυ, μια γρήγορη ματιά στα λεγόμενα ενημερωτικά προγράμματα της αμερικανικής τηλεόρασης φθάνει για να επιβεβαιώσει το κλίμα ακραίας πόλωσης που επικρατεί ανάμεσα σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς. Eνα γρήγορο ζάπινγκ μεταξύ MSNBC με Fox News, είναι δυνατόν να σε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι σταθμοί εκπέμπουν από διαφορετικές χώρες και οι δημοσιογράφοι-παρουσιαστές ή σχολιαστές βιώνουν μια παράλληλη πραγματικότητα.

Στη Βοστώνη, ο Τζόσουα Μπέντον, διευθυντής του Εργαστηρίου Δημοσιογραφίας Nieman στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, επιβεβαίωσε την εικόνα πόλωσης που προκύπτει παρουσιάζοντας, μεταξύ άλλων, μια σειρά από ευρήματα ερευνών οι οποίες έχουν γίνει τους τελευταίους μήνες στις ΗΠΑ (Pew Research). Iσως το πιο ενδεικτικό είναι αυτό που αφορά ακόμη και πολύ προσωπικές επιλογές των ψηφοφόρων. Από το 1960 έως το 2008 τα ποσοστά Δημοκρατικών αλλά και Ρεπουμπλικανών που δηλώνουν δυσαρεστημένοι διότι το παιδί τους παντρεύτηκε κάποιον που ανήκει στο αντίπαλο κόμμα, έχει τετραπλασιαστεί.

Xάσμα αντιλήψεων

Oσον αφορά την «κατανάλωση» ειδήσεων, προκύπτει ότι οι εκλογές του 2016 έχουν διευρύνει το χάσμα αντιλήψεων ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς. Αν και το έτος προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ αύξησε συνολικά την εμπιστοσύνη των Αμερικανών στα «παραδοσιακά» ΜΜΕ (κυρίως σε αυτά που γνωρίζουμε κι εμείς στην Ευρώπη, δηλαδή τους «μεγάλους» της Ανατολικής Ακτής, New York Times, Washington Post, Wall Street Journal κ.ά.), το 2017 η εμπιστοσύνη των Αμερικανών στα ΜΜΕ ανέβηκε εννέα μονάδες (από 41% σε 32%) σε σύγκριση με το 2016.

Ωστόσο αυτό το ποσοστό διαμορφώνεται ως εξής: Η εμπιστοσύνη των Δημοκρατικών ανήλθε από το 51% στο 72%. Εκείνων που δηλώνουν «ανεξάρτητοι» από το 30% στο 37%. Ενώ των Ρεπουμπλικανών παρέμεινε στο εξαιρετικά χαμηλό 14%. Ετσι, λοιπόν, εξηγείται σε πολύ σημαντικό βαθμό για ποιο λόγο οι αποκαλύψεις των επαγγελματικών ΜΜΕ της Ανατολικής Ακτής δεν έχουν αντίκτυπο σε ένα πολύ μεγάλο, συντριπτικό ποσοστό των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.

Η Ανατ. Ευρώπη και η Ελλάδα

Η αμερικανική, επί του εδάφους, εμπειρία αποδεικνύει ότι ακόμη και οι πιο άνισες και ανορθόδοξες μάχες –όπως αυτή κατά της κακόβουλης πληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων– μπορούν και πρέπει να δοθούν. Το 2035 το 48% των σημερινών επαγγελμάτων θα έχει εξαφανιστεί, άλλα θα έχουν πάρει τη θέση τους. Η Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση θα σαρώσει τα πάντα στο διάβα της. Ωστόσο, η αξιόπιστη πληροφορία και η αναπαραγωγή και διασπορά της θα παραμείνουν σημαντικές, όσο τουλάχιστον υπάρχει δημοκρατία και αντιπροσωπευτικά συστήματα στον κόσμο. Οπου αυτή η διαδικασία αμφισβητείται, η δημοκρατία θα αμφισβητείται. Γι’ αυτό και κράτησα για το τέλος μια εικόνα που ως Ελληνα με στενοχώρησε. Στο Newseum, στην Ουάσιγκτον, ένα ζωντανό μουσείο για τη δημοσιογραφία, είναι αναρτημένος ο παγκόσμιος χάρτης ελευθερίας του Τύπου. Υπάρχουν τρεις διαβαθμίσεις για τη λειτουργία του Τύπου: ελεύθερος, μερικώς ελεύθερος, όχι ελεύθερος (free, partly free, not free). Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη κατηγορία (partly free) και παραμένει εκεί. Φέτος, υποδέχθηκε και την Πολωνία.

Ωστόσο, οι συγκρίσεις με τις ανατολικές χώρες περιορίζονται εκεί. Η συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματιών που συμμετείχαν σε αυτό το ταξίδι προερχόταν από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, περιλαμβανομένης της Πολωνίας και των Βαλτικών. Οι συγκεκριμένες χώρες, εκτός από το γενικότερο φαινόμενο των fake news, έχουν να αντιμετωπίσουν και τη ρωσική προπαγάνδα. Οι χώρες του Βίσεγκραντ (V4), πέραν των προβλημάτων τους με τις Βρυξέλλες, έχουν συστήσει κοινά προγράμματα κατά των fake news. Η Λιθουανία (στο πρότυπο των σκανδιναβικών χωρών) έχει κάνει παρεμβάσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η Ελλάδα μπορεί άραγε να ακολουθήσει τις σαρωτικές εξελίξεις ή θα μείνει πίσω (και) σε αυτό το επίπεδο;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ