Η πρώτη φορά που άκουσα την ιστορία του ήταν το 2015, σε μια τρίωρη διαδρομή με το αυτοκίνητο που κάναμε προς τις Σπέτσες, για να συναντήσουμε έναν από τους τελευταίους καραβομαραγκούς στο Αιγαίο. Ο Ένρι θα τραβούσε τις φωτογραφίες και εγώ θα έκανα τη συνέντευξη για λογαριασμό της «Κ». Θυμάμαι τη ζωή του, όπως τη διηγούνταν από το τιμόνι, τα παιδικά χρόνια στην Αλβανία, τον ερχομό στην Ελλάδα και τη σταδιοδρομία στο επάγγελμα, με φόντο αρχικά τον Σκαραμαγκά, μετά τον Ισθμό και ύστερα τα τοπία της Πελοποννήσου και του Αργοσαρωνικού. Σαν ταινία με λάθος εικόνες.

Η δεύτερη φορά που ξανάκουσα την ιστορία του ήταν πριν από λίγες ημέρες, μέσω Skype. Εκείνος ήταν σε κάτι απόμακρα βουνά της πατρίδας του για ένα δικό του φωτογραφικό πρότζεκτ και εγώ στην Αθήνα. Δεν είμαστε πια μόνο συνάδελφοι, αλλά και φίλοι. Το περιοδικό «Κ» μού ανέθεσε να του πάρω συνέντευξη, καθώς ο Ένρι έγινε μέλος του διάσημου πρακτορείου Magnum. Σπουδαίο κατόρθωμα. Για να «εισέλθεις», δεν το αποφασίζει ένας επικεφαλής, μα οι ίδιοι οι φωτογράφοι που εργάζονται εκεί. Ίσος μεταξύ ίσων. Αυτή η επιτυχία του μας έκανε όλους εξαιρετικά υπερήφανους. Στην οθόνη του υπολογιστή μου εμφανίζεται κατάκοπος και μαζεμένος από το κρύο. Συνηθισμένος στις αντίξοες συνθήκες, δεν διαμαρτύρεται ποτέ. Άλλωστε, σκληραγωγήθηκε από μικρός. Και αυτό δεν του έδωσε μόνο τη δύναμη της αντοχής, αλλά και της ανθρώπινης συμπόνιας που εκπέμπουν οι φωτογραφίες του. Ιδού η διήγηση.

«Γεννήθηκα το 1980 στα Τίρανα σε μια οικογένεια μεσοαστική. Ο πατέρας μου εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο και η μητέρα μου σε έναν φούρνο. Τα ωράριά τους, δύσκολα. Μεγάλωσα με τους παππούδες μέχρι τα πέντε μου. Μέναμε δίπλα στο σπίτι του Ενβέρ Χότζα. Θυμάμαι να βγαίνουμε βόλτες με τη γιαγιά, η οποία μου απαγόρευε να κοιτάζω αυτή την κατοικία όταν περνούσαμε από μπροστά. Ο παππούς μου ήταν από τους πρώτους ανθρώπους στους οποίους η κυβέρνηση έδωσε συσκευή τηλεόρασης. Φύγαμε από τη χώρα, προτού καταρρεύσει πλήρως το σύστημα, όταν ήμουν 11 ετών. Βγάλαμε τουριστική βίζα για την Ελλάδα, διότι έβγαινε ταχύτερα σε σχέση με άλλες χώρες όπου θα μπορούσαμε να πάμε. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο κίνητρο των γονιών μου, εκτός από αυτό για μια καλύτερη ζωή, ήταν η περιέργεια. Έπειτα από τόσα χρόνια απομόνωσης, ήθελαν να δουν τι υπάρχει παραέξω».

«Το ταξίδι προς την Ελλάδα το είδα με παιδικά μάτια. Ήταν μια περίοδος που έκανα συλλογές με γραμματόσημα και συσκευασίες από γαριδάκια και γκοφρέτες. Μόλις περάσαμε τα σύνορα με την Ελλάδα, άστραψαν τα μάτια μου διότι είχε παντού χιλιάδες χαρτάκια και έτρεχα να τα μαζέψω. Το άλλο που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν τα πολλά και έντονα φώτα. Αν και μικρός, καταλάβαινα ότι είχαμε μπει σε άλλο κόσμο. Φτάσαμε βράδυ. Ο πατέρας μου βρήκε ένα φθηνό ξενοδοχείο στην Ευριπίδου, το οποίο απεδείχθη οίκος ανοχής. Ήμασταν οι μόνοι πελάτες που είχαν οικογένεια. Όταν ξημέρωσε, βγήκα στο μπαλκόνι, μύρισα τα μπαχαρικά και κοίταζα μαγεμένος τον κόσμο στον δρόμο. Μείναμε έναν μήνα εκεί μέχρι να βρούμε άλλη στέγη. Τρύπωνα με την αδελφή μου στα δωμάτια των κοριτσιών όταν ετοιμάζονταν για να βγουν στον δρόμο. Τις θυμάμαι να ντύνονται. Μας φέρονταν πολύ τρυφερά, πολύ προστατευτικά. Έχω πολύ γλυκές αναμνήσεις. Ήταν ένα βίωμα που με καθόρισε. Ζώντας σε τέτοιες περιοχές, καταλαβαίνεις ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι όπως όλοι μας, απλώς οι καταστάσεις τούς φέρνουν να κάνουν συγκεκριμένες δουλειές. Έτσι λοιπόν έμαθα να σέβομαι τους πάντες».

«Αργότερα βρήκαμε ένα σπίτι στον Κολωνό, που έμοιαζε με τις ελληνικές ταινίες. Είχε στη μέση μια αυλή και γύρω πόρτες όπου έμεναν πολλές οικογένειες Αλβανών. Πήγαινα σχολείο νυχτερινό και ταυτόχρονα δούλευα. Πουλούσα κουλούρια σε ένα πανέρι κοντά στην Ομόνοια. Δεν φοβήθηκα ποτέ που ήμουν μόνος μου στον δρόμο. Συσσώρευσα εμπειρία και σήμερα με βοηθά να συναναστρέφομαι τους πάντες χωρίς ίχνος φόβου. Εκείνα τα πρώτα χρόνια είχαμε μια αδρεναλίνη, την ανακάλυψη του καινούργιου. Αν και όλα ήταν δύσκολα, ταυτόχρονα ήταν συναρπαστικά. Όταν ήμουν πιτσιρίκος, άκουγα διάφορα για την καταγωγή μου. Πολλές φορές με συνελάμβαναν για εξακρίβωση στοιχείων και κοιμόμουν στο Τμήμα μέχρι να με βγάλουν οι γονείς μου. Ήταν η περίοδος που δεν είχαμε ακόμη χαρτιά. Ακόμα και σήμερα δέχομαι κάποιου τύπου ρατσισμό. Καμιά φορά λέω ότι είμαι Αλβανός και εισπράττω έκπληξη: “Δεν σου φαίνεται!” μου απαντούν. Ανήκω σε αυτούς που έχω ζήσει και με Έλληνες και με Αλβανούς και τους έχω φωτογραφίσει. Είμαι αιώνιος μετανάστης που είναι ελεύθερος. Έτσι ένιωθα πάντα και γι’ αυτό δεν φοβήθηκα να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, δεν είχα τίποτα να χάσω».

 «Αποφάσισα να σπουδάσω φωτογραφία όταν εργαζόμουν σε μια επιχείρηση επίπλων. Στα ράφια των βιβλιοθηκών της έκθεσης βρήκα ένα βιβλίο του Χέρμαν  Έσε και ανακάλυψα την ανάγνωση. Ζήτησα να το δανειστώ, κυρίως για να διαβάζω δυνατά και να ξεπεράσω το τραύλισμά μου. Έχω την εντύπωση ότι έτσι ξεκίνησε να διευρύνεται ο ορίζοντάς μου. Τυχαία είδα και μια έκθεση φωτογραφίας εκείνη την περίοδο και με παρώθησε να τα παρατήσω όλα και να κάνω μια αρχή. Στην αρχή πίστευα ότι θα κάνω μια δουλειά επιβίωσης, πως θα βγάζω φωτογραφίες σε βαφτίσια. Δεν ήξερα ότι υπάρχει η καλλιτεχνική φωτογραφία. Ένας καθηγητής μου στη σχολή μού έδειξε ένα άλμπουμ του Νίκου Οικονομόπουλου με λήψεις από την Αλβανία. Τρελάθηκα. Αυτό ήταν!»

«Πάντα δούλευα παράλληλα με τη σχολή για να ζήσω. Έκανα δουλειές του ποδαριού, αλλά με προσοχή να μην κάνω κάτι που να μου χαλάσει την αισθητική, το μέσα μου. Ποτέ τελικά δεν τράβηξα γάμους. Σταδιακά άρχισα να εργάζομαι σε μεγάλα έντυπα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι μια μέρα θα πήγαινα στο Magnum. Όμως, πίστευα ότι, αν είσαι πιστός σε αυτό που κάνεις, τελικά κάπου θα σε βγάλει. Και να που έγινε. Στις φωτογραφίες μου δεν με ενδιαφέρει να καταγράψω, αλλά να μεταμορφώσω. Ειδικά με το προσφυγικό, ήθελα οι λήψεις να είναι υπερβατικές, να αποτυπώνουν την ανθρώπινη κατάσταση». 

«Από τις πιο δύσκολες στιγμές της καριέρας μου ήταν όταν με συναδέλφους μου βρήκαμε ένα μωρό εννέα μηνών που το είχε ξεβράσει η θάλασσα νεκρό στη Λέσβο. Πήραμε το Λιμενικό και δεν μπορούσε να έρθει παρά μόνο σε δύο με τρεις ημέρες. Έτσι, το πήγαμε εμείς στο νεκροτομείο. Έκανα να κοιμηθώ μέρες. Τους πρόσφυγες τους βλέπω με έναν τρόπο βιωματικό. Τους κοιτώ στα μάτια, έχω ζήσει τα ίδια. Και είμαι σίγουρος ότι το καταλαβαίνουν όταν τους πλησιάζω, γιατί το κάνω με τρυφερότητα και αγάπη». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ