Matter Of class

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

 

Στις 23.05.2002 η αρμόδια Επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα πρόταση νομοθετικού ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου σχετικά με τα πανεπιστήμια και την ανώτατη εκπαίδευση.

Το ψήφισμα αυτό αποτελούσε συνέχεια της «Διακήρυξης της Μπολόνια» στις 19 Ιουνίου 1999. Αντικείμενο του νομοθετικού ψηφίσματος ήταν να ενδυναμωθούν οι διαδικασίες της «Μπολόνια», με την προώθηση της συνοχής και της σύγκλισης μεταξύ των πανεπιστημίων.

Ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής ήταν ο τότε Ευρωβουλευτής κ. Αλέκος Αλαβάνος. Το υπερψήφισε κάνοντας το λάθος να μην αντιληφθεί τη φοβερή βλάβη που προξενούσε στους νέους της χώρας. Την αντελήφθη αργότερα όταν έγινε πρόεδρος του ΣΥΝ. Του την έμαθαν οι σύντροφοι καθοδηγητές του κόμματος στα πανεπιστήμια. Και έκανε την επιβεβλημένη γι’ αυτόν αριστερή στροφή.

Ποια είναι αυτή η βλάβη; Μας την εξηγεί ο πανεπιστημιακός και πρώην ΓΓ του Υπ. Παιδείας επί ΣΥΡΙΖΑ κ. Δημήτρης Χασάπης (Αυγή, 23/11/2008): «[Πρόκειται περί] μετατροπής των πανεπιστημίων σε επιχειρήσεις και μετάλλαξης της γνώσης σε εμπόρευμα, κατά τις απαιτήσεις μιας αναδυόμενης αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Με συγκεκριμένα μέτρα ιδιωτικοποιείται παραπέρα η παιδεία και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η πανεπιστημιακή μόρφωση γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη για όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ή οδηγούνται στην υπερχρέωση μέσα από τα δάνεια. Η παιδεία μετατρέπεται σε εμπόρευμα και αντικείμενο κερδοσκοπίας».

Η αλήθεια όμως δεν κρύβεται. Το Μάιο του 2015 γίνεται στο Ερεβάν της Αρμενίας Σύνοδος των Υπουργών Παιδείας των 47 χωρών του «Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης» (ΕΧΑΕ). Το ανακοινωθέν ξεκινά με θριαμβευτικούς τόνους υπέρ της Συνθήκης: «Εμείς, οι υπουργοί, που συναντηθήκαμε στο Ερεβάν, είμαστε υπερήφανοι να αναγνωρίσουμε ότι το όραμα που ενέπνευσε τους προκατόχους μας στην Μπολόνια έχει δώσει αφορμή για χώρες με διαφορετικές πολιτικές, πολιτιστικές και ακαδημαϊκές παραδόσεις [να] συνεργάζονται στη βάση του ανοιχτού διαλόγου, κοινών στόχων και κοινών δεσμεύσεων». Μοναδική παραφωνία υπήρξε το ελληνικό Υπ. Παιδείας. Ο τότε υπουργός κ. Α. Μπαλτάς δεν μετέβη στη Σύνοδο, αλλά έστειλε επιστολή στην οποία χαρακτηρίζει τη Συνθήκη της Μπολόνια «Αποτυχία»! («Κ», 21.05.2015)

Επειδή τα θέματα παιδείας δεν εμπίπτουν σε μνημόνια, ο πρωθυπουργός ούτε γνωρίζει ούτε θέλει να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται η «Συνθήκη της Μπολόνια». Αφήνει το θέμα στους υπουργούς του. Έτσι, όταν τον Α. Μπαλτά αντικατέστησε ο Νίκος Φίλης, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ παίρνει νέα στροφή. Τώρα η «Μπολόνια» δεν αποτελεί καταστροφή. Αντίθετα, η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου θέλει να εκμοντερνίσει την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση, στο πλαίσιο της Συνθήκης της Μπολόνια, και για τον λόγο αυτό …αναμορφώνει επιτροπές που συστάθηκαν επί της προηγούμενης κυβέρνησης Σαμαρά.

Αλλά και τούτη η νέα στροφή απεδείχθη προσωρινή. Στις 4.11.2016 αναλαμβάνει υπουργός Παιδείας ο «σκληρός» κ. Κ. Γαβρόγλου και ο ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει στη λαμπρή απομόνωσή του.

Την ίδια μέρα του ανασχηματισμού, η Σία Αναγνωστοπούλου ανακοινώνει ότι «δεν θα μπορούσε να συνυπάρξει με την νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου» και παραδίδει το χαρτοφυλάκιό της. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη λαμπρή απομόνωση, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει έναν απροσδόκητο σύμμαχο: τον Γιοαχίμ Σάουερ.

Ποιος είναι ο Γιοαχίμ Σάουερ; Είναι ο σύζυγος της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.

Ο κ. Σάουερ δηλώνει ότι ποτέ δεν σκέφτηκε να φύγει από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Προφανώς οι ιδεολογικές πεποιθήσεις του είναι τόσο σκληρές που τίθενται υπεράνω της δεοντολογίας να μη διαφοροποιείται τόσο απόλυτα και τόσο δημόσια από την κα Μέρκελ. Ο κ. Σάουερ δίδασκε κβαντική χημεία στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Ανατολικού Βερολίνου. Σε συνέντευξή του τον περασμένο Οκτώβριο, με αφορμή την συνταξιοδότησή του, επικρίνει τη διαδικασία της Μπολόνια και τον Ευρωπαϊκό χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης: «Έχει θέσει αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία της διδασκαλίας και οι κανονισμοί στην έρευνα έχουν γίνει σαν μαθήματα για μάγισσες. Η αξιολόγηση ανά εξάμηνο, με αυστηρή προσκόλληση σε ενότητες, οι οποίες πρέπει να πληρούν πολλά κριτήρια, προκαλεί άγχος στους καθηγητές». 

Συμπερασματικά: Αυτές οι εναλλαγές αγάπης και μίσους στις σχέσεις «Μπολόνια» και Αριστεράς δείχνουν το ευμετάβλητο όχι του περιεχομένου της «Μπολόνια» αλλά του περιεχομένου της Αριστεράς. Δείχνουν, πιο συγκεκριμένα, τον εκάστοτε βαθμό της δογματικής ακαμψίας της.

Γιατί μιλώ για δογματισμό; Διότι τα επιχειρήματα που εκφέρονται δημόσια κατά της Συνθήκης δεν είναι πειστικά. Λίγοι είναι αυτοί που θα πιστέψουν ότι η Αριστερά είναι τόσο φιλελεύθερη ώστε να την ενοχλούν οι περιορισμοί που, όπως ισχυρίζονται, θέτει στην ελευθερία των σπουδών η Συνθήκη.

Είναι φανερό ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι υποκριτικοί. Καλύπτουν άλλες αντιρρήσεις που δεν έχει το θάρρος η Αριστερά να τις διατυπώσει δημόσια. Μετά την παρέλευση τόσων ετών, μετά την κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, το ξήλωμα της μεταρρύθμισης Διαμαντοπούλου στα ΑΕΙ, τη λυσσαλέα άρνηση αξιολόγησης (όχι μόνο σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης) και άλλα δείγματα γραφής, μπορεί κανείς να διακρίνει τις πραγματικές αντιρρήσεις.

Ανατρέχοντας στο κείμενο του νομοθετικού ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου της 23.05.2002 μεταφέρω κάποιες από τις θέσεις του χωρίς παραπέρα επεξήγηση:

Πιστεύει ότι πρέπει να προωθηθεί μια παιδεία ποιότητας και μέγιστης προσπάθειας μέσω μιας εξωτερικής, διαφανούς και προσπελάσιμης στους πολίτες αξιολόγησης.

[Να υπάρξει] σύγκλιση μεταξύ των πανεπιστημίων, πρόσβαση καθηγητών και σπουδαστών από άλλες χώρες.

[Να καλλιεργηθεί] εταιρική σχέση με τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τις τοπικές αρχές προκειμένου να βελτιωθεί η χρηματοδότηση των σπουδών διδακτορικού ή μεταδιδακτορικού επιπέδου.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού συστήματος και συμβάλλουν στην ανάπτυξή του.

Είναι μερικές μόνο από τις προτάσεις που δεν μπορεί να ανεχθεί η Αριστερά. Πράγμα που σημαίνει ότι η «Μπολόνια» αποδεικνύεται ο καθρέφτης του πραγματικού χαρακτήρα της Αριστεράς. Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχουν και άλλες δυνάμεις που δεν ανέχονται τέτοιες ανοιχτές λογικές.

Ωστόσο, μαζί με την αποκατάσταση των Συμβουλίων Ιδρυμάτων του νόμου Διαμαντοπούλου, αποτελούν προϋπόθεση για μια μεταρρύθμιση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ικανή να μας βοηθήσει να βγούμε από το σημερινό τέλμα.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ