ΕΛΛΑΔΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

Ανοικτές Ηλεκτρονικές Πηγές Γνώσης: Τώρα είναι η ώρα…

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΗΤΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λέγεται ότι η «συλλογική νοημοσύνη» μιας ομάδας ή μιας κοινωνίας αποτιμάται, εν τέλει, από τον βαθμό προσαρμοστικότητας στις μεταβολές του περιβάλλοντος και από τον ρυθμό υιοθέτησης νέων μεθόδων και πρακτικών για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Εξετάζοντας τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία υπ’ αυτό το πρίσμα, ίσως να μην την κατατάσσαμε στο πλέον υψηλό επίπεδο «συλλογικής νοημοσύνης», δεδομένου ότι δεν μπόρεσε, όχι μόνο να ανιχνεύσει, έγκαιρα, σημεία και τάσεις στις τεχνο-οικονομικές και τεχνο-κοινωνικές εξελίξεις στην παγκόσμια σφαίρα, αλλά ούτε καν να αναλύσει ορθά αλλαγές οι οποίες είχαν ήδη επισυμβεί στον περίγυρό της, με αποτέλεσμα να βιώνει μια κρίση διαρκείας.

Ο χώρος της Έρευνας και της Εκπαίδευσης δεν αποτελεί εξαίρεση, εφόσον εντάσσεται στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι της χώρας, αν και θα περίμενε κανείς να διαθέτει, εγγενώς, καλύτερους μηχανισμούς προσαρμογής. Το περίεργο, εκ πρώτης όψεως, είναι ότι επιδεικνύουμε στον χώρο αυτό, σε μεγάλα ποσοστά, αυξημένα επίπεδα «ατομικής ευφυΐας». Οι απόφοιτοι των σχολών μας στο εξωτερικό διαπρέπουν· μάλιστα, όπως δείχνει μια πρόσφατη έρευνα, η Ελλάδα είναι, παγκοσμίως, ο δεύτερος τροφοδότης των ΗΠΑ σε καθηγητές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, χωρίς μάλλον να περιλαμβάνεται στα σχετικά στοιχεία της έρευνας το “brain drain” των τελευταίων ετών της κρίσης… Τι φταίει και δεν συναθροίζεται αυτή η ατομική ευφυΐα σε συλλογική νοημοσύνη εντός της χώρας; Γιατί οι «μεμονωμένες μέλισσες» αδυνατούμε να συγκροτήσουμε «κυψέλη»; Σίγουρα, υπάρχουν λόγοι απτοί, με σχέσεις αιτίου-αιτιατού, τόσο σε επίπεδο κεντρικής Διοίκησης, όσο και αποκεντρωμένων κοινοτήτων και ομάδων, οι οποίοι μπορούν να διερευνηθούν (και με τον φακό σύγχρονων επιστημονικών προσεγγίσεων, όπως της Ψυχολογίας και της Συμπεριφοράς των Ομάδων), εκφεύγουν όμως των ορίων αυτής της σύντομης παρέμβασης. Εδώ εστιάζουμε σε έναν συγκεκριμένο, ωστόσο καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα της Ανώτατης (και όχι μόνο) Εκπαίδευσης και της επιστημονικής Έρευνας: τον τρόπο πρόσβασης στα τεκμήρια της γνώσης (συγγράμματα, επιστημονικά περιοδικά και άλλα μέσα αποτύπωσής της).

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ψηφιακή τεχνολογία πυροδότησε τη μεγαλύτερη, μετά τον Γουτεμβέργιο, επανάσταση στον χώρο της τεκμηρίωσης και διάθεσης της γνώσης. Σε κλάσματα δευτερολέπτου μπορούμε να έχουμε, στην ψηφιακή μας οθόνη, χιλιάδες πηγές πληροφορίας για θέματα του ενδιαφέροντός μας. Εκπληκτικό; Ναι. Όμως αυτή η χειμαρρώδης δύναμη του Διαδικτύου χρειάζεται ιδιαίτερες δεξιότητες και προϋποθέσεις για να τιθασευτεί και να οδηγήσει σε αποκρυστάλλωση έγκυρης γνώσης. Όπως έχει γλαφυρά λεχθεί, «η πλοήγηση στον Κυβερνοχώρο δεν είναι η αναζήτηση του σπάνιου φυτού στην έρημο, αλλά η προσπάθεια εντοπισμού εξωτικού λουλουδιού στη ζούγκλα»! Από τη σπανιότητα των πηγών της γνώσης στο παρελθόν, περάσαμε στην αφθονία της πληροφορίας, χρήσιμης και μη, έτσι ώστε, αν δεν είμαστε εφοδιασμένοι με κατάλληλα φίλτρα και αποτελεσματικούς οδηγούς πλοήγησης (δεξιότητες Πληροφοριακού Εγγραμματισμού - Information Literacy skills), μπορεί να οδηγηθούμε σε ψευδαίσθηση γνώσης και ημιμάθεια.

Πέραν, όμως, από τις παραπάνω δυσχέρειες -τεχνικής φύσης κυρίως, οι οποίες με κατάλληλη εκπαίδευση μπορούν να ξεπεραστούν- υπάρχει ένα άλλο πολύ σημαντικότερο εμπόδιο στην απόκτηση της γνώσης: Τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας δεν είναι άμεσα και ελεύθερα διαθέσιμα σε όλους, η έγκυρη, επιστημονική γνώση δεν αναρτάται έγκαιρα και με πληρότητα στον Παγκόσμιο Ιστό. Η πολυδιακηρυγμένη αρχή της «Ελεύθερης Πρόσβασης στη Γνώση», αν και στόχος επίμονης, δρομολογημένης εκστρατείας πολλών διεθνών οργανισμών, φορέων και κινημάτων (ενδεικτικά: European University AssociationUNESCO, παραμένει ακόμα ζητούμενο.

Στο εκδοτικό πεδίο, τα παγιωμένα επιχειρηματικά μοντέλα συνεχίζουν να κυριαρχούν και να μετατρέπουν τα πλεονεκτήματα των νέων τεχνολογιών σε εργαλεία μεγαλύτερου κέρδους για τους επαγγελματίες του χώρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Εκδότες επιστημονικών περιοδικών… Ανθίστανται στην εισαγωγή του νέου παραδείγματος και στη λεγόμενη “Gold Open Access” (σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας πληρώνει το κόστος δημοσίευσης άπαξ, ώστε, στη συνέχεια, το πόνημά του να είναι ελεύθερα προσβάσιμο από όλους) και επιμένουν στο παλαιό, πανάκριβο μοντέλο της συνδρομητικής πρόσβασης (όπου ο συγγραφέας δημοσιεύει δωρεάν, όμως μεταβιβάζει τα δικαιώματα στον Εκδότη, ο οποίος και τα εμπορεύεται εις το διηνεκές, με τις συνδρομές των αναγνωστών/χρηστών). Το εξωφρενικό με το ισχύον συνδρομητικό μοντέλο είναι ότι οι δημόσιοι ερευνητικοί οργανισμοί πληρώνουν διπλά για τα ερευνητικά ευρήματα των μελών τους: αρχικά για να διεξαχθεί η έρευνα και να ληφθούν αποτελέσματα και, ύστερα, για να «αγοράσουν» την πρόσβαση στα περιοδικά δημοσίευσής τους. Το γεγονός ότι με την ηλεκτρονική έκδοση έχει εξαλειφθεί, πλέον, το (υψηλό) κόστος της παραγωγής και μεταφοράς των εντύπων (περιοδικών, βιβλίων κ.ά.), δεν οδήγησε σε αντίστοιχη πτώση του κόστους των συνδρομών. Το ελληνικό Δημόσιο, για παράδειγμα, πληρώνει περισσότερα από 10 εκατομμύρια ευρώ, ετησίως, για την αγορά συνδρομών σε επιστημονικά ηλεκτρονικά περιοδικά και βάσεις δεδομένων διεθνών Εκδοτών. Φυσικά, αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Ήδη μεγάλα Ιδρύματα του εξωτερικού αλλά και χώρες ολόκληρες (π.χ. Γερμανία), λύνουν τα λεγόμενα «μεγάλα συμβόλαια» (big deals) με τους Εκδότες, μη αποδεχόμενες πλέον την εξόφθαλμη στρέβλωση του «κλειστού» συνδρομητικού μοντέλου.

Δεύτερο και, ίσως, χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αδυναμίας εκσυγχρονισμού και χρόνιας καθήλωσης σε ανορθολογικές και άκρως δαπανηρές πρακτικές είναι η χορήγηση -στους φοιτητές- έντυπων ακαδημαϊκών συγγραμμάτων, με ένα κόστος που υπερβαίνει τα 60 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο (και αυτό αποτελεί, ομολογουμένως, ελληνική πρωτοτυπία). Τα χρήματα αυτά γεμίζουν τα σακίδια των φοιτητών μας με δύσχρηστους, ογκώδεις (συχνά δε και πολυτελείς) τόμους, έναν για κάθε διδασκόμενο μάθημα, οι οποίοι τελικά αξιοποιούνται μόλις σε ένα ποσοστό της τάξης του 25-30%, για να εγκαταλειφθούν, στη συνέχεια, σε σκονισμένα ράφια ή να καταλήξουν στους κάδους ανακύκλωσης. Με περιορισμένη λοιπόν, πρακτικά, βιβλιογραφία, η οποία επικαιροποιείται μόνον όταν το στοκ των εκτυπωμένων συγγραμμάτων εξαντληθεί και με τον πειθαναγκασμό, κάποιες φορές, επιλογής του «συγγράμματος του καθηγητή» (ο οποίος μπορεί και να συνδυάζει τον τριπλό ρόλο: του συγγραφέα, του αυτο-εκδότη και του διδάσκοντος-εισηγητή του εγχειριδίου - και ο πειρασμός είναι μεγάλος για τα πολυπληθή ακροατήρια των μεγάλων Σχολών), για ποια «σύγχρονη» Ανώτατη Παιδεία μιλάμε; Με τη μισή δαπάνη θα εξασφαλιζόταν πολλαπλάσιο ηλεκτρονικό εκπαιδευτικό υλικό (ανοικτό ή/και με συνδρομή) ενώ θα μπορούσαν να χορηγούνται και εγχειρίδια με μικρό κόστος, με επιλεκτική εκτύπωση των πλέον απαραίτητων από τις προτεινόμενες πηγές. Ειδικότερα δε για τις Ανοικτές Πηγές, ας μην μας διαφεύγει το ισχυρό τους πλεονέκτημα, η πολλαπλασιαστική τους δύναμη, αφού μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλαπλώς: από προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, Διά Βίου Μαθαίνοντες, κάθε ενδιαφερόμενο.

Τι πρέπει να γίνει για την αλλαγή του σπάταλου και αναποτελεσματικού μοντέλου πρόσβασης στη γνώση; Χρειάζεται θέληση και η συνέργεια όλων των εμπλεκομένων, συγκεκριμένα:

  1. Διδάσκοντες/συγγραφείς/ερευνητές: Να επεξεργάζονται και να προτείνουν βιβλιογραφία Ανοικτών, κατά προτεραιότητα, Εκπαιδευτικών Πόρων· να δημοσιεύουν τις εργασίες τους σε επιστημονικά περιοδικά και Αποθετήρια Ανοικτής Πρόσβασης και να διαθέτουν τα διδακτικά τους εγχειρίδια σε ηλεκτρονική μορφή, επίσης με Ανοικτή Πρόσβαση (π.χ. με άδειες Creative Commons). Δεν χρειάζονται προσκόμματα στην πρόσβαση για να κατοχυρώσουν τις καινοτόμες ιδέες τους ή να αποζημιωθούν για την πνευματική τους εργασία· υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι, όπως τα Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας και, βεβαίως, η διεκδίκηση εφάπαξ νόμιμης συγγραφικής αμοιβής.

  2. Διοικήσεις των Ιδρυμάτων: Σε συνεργασία και με το προϊστάμενο Υπουργείο, να αναθεωρήσουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους, παρέχοντας κίνητρα και υποστήριξη στα μέλη τους για τη δημιουργία/χρήση Ανοικτών Εκπαιδευτικών Πόρων (πρόσφατη έρευνα μεταξύ των διδασκόντων, κατέγραψε την έλλειψη υποστήριξης από τις Διοικήσεις των Ιδρυμάτων τους ως το κυριότερο εμπόδιο στην υιοθέτηση και χρήση Ανοικτών Εκπαιδευτικών Πόρων)· να εκσυγχρονίσουν τις Ακαδημαϊκές Βιβλιοθήκες, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον νέο ρόλο τους, λειτουργώντας περισσότερο ως «Ψηφιακές Πύλες στη Γνώση» και «Εργαστήρια Πληροφοριακού Εγγραμματισμού» και λιγότερο ως «Ερμάρια Απόθεσης Βιβλίων».

  3. Πολιτεία: Να εκσυγχρονίσει το γενικότερο θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τα ακαδημαϊκά συγγράμματα, καθώς και να αναπροσαρμόσει τη χρηματοδοτική της πολιτική, μεταφέροντας πόρους στην παραγωγή-διάθεση ανοικτών ηλεκτρονικών συγγραμμάτων και στηρίζοντας την Ανοικτή Πρόσβαση, γενικότερα. Παραδείγματα επιτυχημένων δράσεων οι οποίες αποδεικνύουν τη βιωσιμότητα και τα οφέλη του νέου παραδείγματος υπάρχουν (όπως τα «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα / Κάλλιπος»), ενώ έχουν κατατεθεί και προς το Υπουργείο Παιδείας ώριμες, κοστολογημένες και άμεσα υλοποιήσιμες προτάσεις για τη συνέχιση των εν λόγω δράσεων. Η ηγεσία του Υπουργείου έχει δείξει ότι συμμερίζεται πολλές από τις παραπάνω ιδέες και έχει τη βούληση για αλλαγές.

  4. Εκδότες: Να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους σχέδια στα καινούρια δεδομένα και να διεκδικήσουν το κέρδος τους εντασσόμενοι στη νέα αλυσίδα ψηφιακής παραγωγής και διάθεσης των τεκμηρίων της γνώσης.

  5. Φοιτητές: Να διεκδικήσουν δυναμικά όλα τα παραπάνω.

Ας τολμήσουμε όλοι να αλλάξουμε το υφιστάμενο μοντέλο δημοσίευσης και χρήσης των πηγών της γνώσης, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες και την υφιστάμενη τεχνογνωσία και εμπειρία, ώστε «με λιγότερους πόρους να πετύχουμε πολλαπλάσια και καλύτερα αποτελέσματα». Τώρα είναι η ώρα…

 

* Ο Ν. Μήτρου είναι καθηγητής του ΕΜΠ. Διετέλεσε Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών την 6-ετία 2010-2016. Είναι Επιστημονικά Υπεύθυνος της Δράσης «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα / Κάλλιπος».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ