ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Αυστρία

Ο συντάκτης και δύο κολλητοί του αφήνουν πίσω οικογένειες και υποχρεώσεις για να ξεσκάσουν στο Obertauern της Αυστρίας.

Μία ακόμα πίστα. Έπρεπε να κατακτήσουμε μία ακόμα πίστα στην κορυφή Zehnerkar και, διασχίζοντας τις απόκρημνες χιονισμένες πλαγιές, να κατεβούμε έως την κοιλάδα. Εκεί, στριμωγμένοι σαν τους πιστούς που συρρέουν στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία, θα επιβιβαζόμασταν στην τηλεκαμπίνα, για να ανεβούμε και πάλι ψηλά.
Είχα κουραστεί και τα πόδια μου έτρεμαν, όμως οι φίλοι μου, Christoph και Thomas, ήταν ενθουσιασμένοι με το φρέσκο χιόνι, τη λιακάδα και τις άδειες πίστες στο σημείο του χιονοδρομικού κέντρου του Obertauern όπου βρισκόμασταν.


Πριν από την κατάβαση στις χιονισμένες πλαγιές, οι σνόουμπορντερ μελετούν τον χάρτη με τις διαδρομές. (Φωτογραφία: Andreas Meichsner/The New York Times)

Ολοκληρώνοντας την επόμενη διαδρομή, θα κερδίζαμε με το σπαθί μας αναψυκτικά, φρέσκο κατσικίσιο γάλα και πιτάκια με σος βανίλιας. Ως παρέα έχουμε, εξάλλου, τις παραδόσεις μας: βιεννέζικα σνίτσελ, σναπς αχλάδι, αλλά κυρίως συντροφικότητα – αναπόσπαστο κομμάτι του καθιερωμένου ετήσιου ταξιδιού μας στην Αυστρία.

Σίγουρα ακούγεται υπερβολικό να λες πως πηγαίνεις κάθε χρόνο με τους φίλους σου στις Άλπεις. Είναι Γερμανοί κι εγώ ζούσα στο Βερολίνο όταν το κάναμε για πρώτη φορά. Μαζί με τον Christoph πετούσαμε για Μόναχο, συναντούσαμε τον Thomas και συνεχίζαμε οδικώς μέχρι την Αυστρία. Το ημερήσιο πάσο για τις πίστες του Obertauern κοστίζει 41 ευρώ.
Τις μέρες χωρίς ομίχλη, τα βουνά διακρίνονταν από μακριά. Σταματούσαμε σε ένα βενζινάδικο για πατατάκια, σοκολάτες, καραμέλες-ζελεδάκια και αναψυκτικά, σαν να ήμασταν σε σχολική εκδρομή. Για οικονομία, μέναμε και οι τρεις στο ίδιο δωμάτιο. Για έναν περίεργο λόγο, οι δύο Γερμανοί πάντα μοιράζονταν το διπλό κρεβάτι κι εγώ κοιμόμουν στον καναπέ.

Αυτό το εφηβικό συναίσθημα του να είσαι με τους φίλους σου, να κάνεις χαβαλέ και να μη σε νοιάζει τίποτα ήταν ο βασικός λόγος του ταξιδιού μας. Ένα Σαββατοκύριακο τον χρόνο το περνούσαμε μακριά από συζύγους, παιδιά και εργασιακές υποχρεώσεις, κινδυνεύοντας να τραυματίσουμε τα μεσήλικα κορμιά μας στις δύσβατες πλαγιές. Ο μόνος κανόνας ήταν να επισκεπτόμαστε διαφορετικούς προορισμούς, για να ζούμε νέες περιπέτειες κάθε φορά: σε μπαρ της μικρής τιρολέζικης πόλης Kitzbuhel έτυχε, για παράδειγμα, να γνωρίσουμε μια αληθινή πριγκίπισσα και την ετεροθαλή αδελφή της, η οποία με ρωτούσε ποιο μοντέλο Λαμποργκίνι οδηγώ (παρεμπιπτόντως, δεν οδηγώ Λαμποργκίνι). Κάπου πρέπει να υπάρχει και ένα κακοτραβηγμένο βίντεο από κινητό με εμένα να χορεύω με τις μπότες του σκι πάνω σε ένα τραπέζι, σε ένα μπαρ στο χωριό St. Anton am Arlberg (και σας διαβεβαιώ, δεν κάνω τέτοια). Mια άλλη φορά, σε ένα –δονούμενο από μουσική– κλαμπ της πόλης Ischgl, γεμάτο Γερμανούς, Ολλανδούς και Αυστριακούς εφήβους, υποταχθήκαμε στην ηλικία μας και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο νωρίς. Η απόφαση αποδείχθηκε συνετή: καταφέραμε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί και να φτάσουμε πρώτοι απ’ όλους στο βουνό, για να κάνουμε σκι στο καλύτερο χιόνι που πατήσαμε ποτέ.

Τελικά, αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι τα βουνά γύρω σου. Κάποια ξεπερνούν σε υψόμετρο τα 3.000 μ. Όπως έχει πει και ο μεγάλος ζωγράφος και ταξιδευτής Albrecht Durer, «η πραγματική τέχνη είναι κρυμμένη στη φύση – κερδίζει αυτός που θα την ανακαλύψει». Πάντα υπάρχει αυτή η μοναδική στιγμή που βρίσκεσαι για πρώτη φορά σε μια κορυφή στην οποία δεν είχες ανεβεί ποτέ και αισθάνεσαι την ευφορία που προκαλούν συνδυαστικά ο κρύος αέρας, η συγκλονιστική θέα και η ζαλάδα του υψομέτρου.

ΜΙΑ ΑΤΥΠΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Οι δικές μου χιονοδρομικές «καταβολές», βέβαια, είναι ταπεινές. Μεγάλωσα στην Ουάσιγκτον και η πιο εξτρίμ εξόρμηση που μπορούσα να κάνω ήταν στους λόφους της Πενσυλβάνια και της Βιρτζίνια. Σπάνια η εκδρομή είχε και διανυκτέρευση – ο μπαμπάς μου ξυπνούσε την αδελφή μου κι εμένα από τα χαράματα, μας φόρτωνε στο καφετί Βολκσβάγκεν και οδηγούσε μέχρι τα βουνά, ενόσω εμείς καταβροχθίζαμε στο πίσω κάθισμα σάντουιτς από τα Μακ Ντόναλντς και τηγανητές πατάτες.

Εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχα στην τελευταία τάξη του λυκείου κάνοντας σκι, απείχα από το αγαπημένο μου σπορ για μία ολόκληρη δεκαετία, με εξαίρεση ένα ταξίδι που έκανα με τον πατέρα μου. Όταν μετακόμισα στη Γερμανία ως ανταποκριτής των Times και συνειδητοποίησα πόσο προκλητικά κοντά στις Άλπεις βρισκόμουν, έδωσα μια άτυπη υπόσχεση στον εαυτό μου: θα έκανα σκι μία μέρα τον χρόνο, πάση θυσία.


Σκιέρ εν δράσει στην κορυφή Seekarspitz. (Φωτογραφία: Andreas Meichsner/The New York Times)

Το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα χάρη στους φίλους μου. Ενορχηστρωτής της κατάστασης ήμουν εγώ – ξεκινούσα να δελεάζω τους υπολοίπους από τον Οκτώβριο στέλνοντάς τους mails και κυνηγώντας τους μέχρι να καταλήξουμε στην ημερομηνία και να κάνουμε τις κρατήσεις. Ο Thomas ήταν ο οδηγός – μας περίμενε αραχτός στην BMW του με τα Ray-Ban γυαλιά του, πανέτοιμος να αντιμετωπίσει την κίνηση της Παρασκευής. Ο Christoph ήταν ο επικεφαλής στις πίστες. Οι ικανότητες που είχε αναπτύξει λόγω της δουλειάς του ως εικονογράφου τον βοηθούσαν να κατανοήσει τις μπλε, κόκκινες και μαύρες γραμμές στον χάρτη, αντί να σπαζοκεφαλιάζουμε εμείς. Ο καθένας είχε τον ρόλο του: αυτό είναι το μυστικό για να λειτουργήσει καλά μια ομάδα συνταξιδιωτών.

Φέτος, πηγαίνοντας στο Obertauern, περάσαμε μπροστά από την Chiemsee, μία από τις ήρεμες βαυαρικές λίμνες που βλέπει κανείς πριν αρχίσει να σκαρφαλώνει στα βουνά. Ο ουρανός ήταν γαλανός – μόνο λίγα σύννεφα σκίαζαν τις βουνοκορφές. Είδαμε επίσης ένα κάστρο, γεγονός που βοήθησε το ζαλισμένο από το τζετ λαγκ μυαλό μου να συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαστε στην Αμερική και δεν έχουμε μπροστά μας τα Βραχώδη Όρη.
Ως συνήθως, προσπαθήσαμε να φτάσουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν για να χαρούμε μερικές απογευματινές διαδρομές. Το Σάββατο ήταν η μοναδική μέρα που θα την περνούσαμε ολόκληρη στο βουνό, οπότε ήταν απαραίτητο να κάνουμε λίγη προθέρμανση την Παρασκευή. Αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο και βάλαμε τα ρούχα του σκι όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε.

ΠΑΡΤΙ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ένας ακόμα λόγος για να ξεκινήσει κανείς το σκι από την Παρασκευή, όπως επισήμανε ο Christoph, είναι για να μη νιώθεις εκτός τόπου και χρόνου σε après-ski μπαρ, όπως το Lurzer Alm. Απέξω μοιάζει με ήσυχο καταφύγιο, αλλά το εσωτερικό του παραπέμπει σε go go club εμπνευσμένο από παραμύθι των αδελφών Γκριμ, με τις παραδοσιακές ξυλοκατασκευές να μπλέκονται με τις ντισκομπάλες και τους σκιέρ με τα ηλιοκαμένα πρόσωπα να φορούν ακόμη τη στολή τους.

O αθλητής του αλπικού σκι και κάτοχος του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Bode Miller, σχεδόν τορπίλισε τη φήμη του στις ΗΠΑ, όταν στην εκπομπή «60 Minutes» παραδέχτηκε ότι έχει χιονοδρομήσει μεθυσμένος. Στην Αυστρία θα είχε διαφορετική αντιμετώπιση. Μια φορά είδαμε ολόκληρη αστυνομική μονάδα στις παρυφές ενός βουνού να κάνει αλκοτέστ στους σκιέρ και να δίνει τη μία κλήση μετά την άλλη. Δεν είναι περίεργο. Συνήθως, μετά την τελευταία διαδρομή της ημέρας, καρφώνεις τα πέδιλα του σκι στο χιόνι έξω από το μπαρ και μπαίνεις μέσα για ένα μίνι... Oktoberfest.

Στο Obertauern η στέγη του après-ski μπαρ Latsch’n Schirm με τις κιτρινοκόκκινες ρίγες παραπέμπει σε τσίρκο. Κάποιος παρήγγειλε ένα γύρο σναπς αχλάδι με ένα κομμάτι φρούτου καρφωμένο σε πλαστικό σπαθάκι. Η μουσική ήταν μια γοητευτικά περίεργη μείξη ντίσκο, μέταλ και τέκνο, με τους στίχους να μιλούν για πολικές αρκούδες και κόκκινα άλογα.
Εκατό άτομα πάτησαν ταυτόχρονα στο πάτωμα με τις βαριές μπότες τους και νιώσαμε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια μας. Είδαμε έναν άντρα να κάνει κομμάτια ένα λούτρινο αρκουδάκι, ώσπου το βαμβάκι στο εσωτερικό του σκορπίστηκε στον αέρα. Χαζέψαμε τα μέλη της γυναικοπαρέας ενός μπατσελορέτ πάρτι να χορεύουν στην μπάρα με παντελόνια του σκι και αυτιά λαγού στο κεφάλι.
Τα πάρτι στο βουνό αποτελούν καθημερινή ρουτίνα, αλλά ευτυχώς τελειώνουν νωρίς. Τα περισσότερα ξενοδοχεία προσφέρουν ημιδιατροφή, κι έτσι ο κόσμος φεύγει από τα μπαρ σε λογικές ώρες, για να επιστρέψει στο δωμάτιό του, να κάνει ντους και να φάει βραδινό. Στη δική μας περίπτωση, το δεύτερο βράδυ οι τόνοι «κατεβαίνουν» αφού έχουμε χορτάσει... ξεσάλωμα την προηγουμένη. Αντί των μπαρ, προτιμάμε μια αναζωογονητική σάουνα στο ξενοδοχείο πριν από το δείπνο.

ΑΛΠΙΚΕΣ ΝΟΣΤΙΜΙΕΣ

Η φίλη μου Julia μού έμαθε στο εξοχικό της στο Elimau, με την πανέμορφη θέα στην κορυφογραμμή Wilder Kaiser, πώς να απολαμβάνω ένα λουκούλλειο γεύμα στα αυστριακά βουνά. Εκτός από το βιεννέζικο σνίτσελ, σαν «καύσιμο» για τους σκιέρ λειτουργεί και το σπαγκέτι μπολονέζ.


Διάλειμμα από τις πίστες με μερικές χορταστικές γουλιές Almdudler, του πιο δημοφιλούς αυστριακού αναψυκτικού. (Φωτογραφία: Andreas Meichsner/The New York Times)

Δοκιμάστε επίσης το τοπικό αναψυκτικό Almdudler και το rosti, ένα –ελβετικής καταγωγής– πιάτο με τριμμένη πατάτα και αυγά. Για επιδόρπιο, επιλέξτε το Kaiserschmarrn: ψιλοκομμένη γλυκιά κρέπα με ζάχαρη άχνη και σος φρούτων ή κομπόστα.
Το σημαντικότερο απ’ όλα όμως είναι τα πιτάκια με μαγιά, γνωστά και ως γκέρμκνοντελ, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με μεγάλο σβόλο ζυμαριού, όμως είναι αφράτα και πεντανόστιμα. Γεμιστά με μαρμελάδα δαμάσκηνο, σερβίρονται με μπόλικη σος βανίλιας και παπαρουνόσπορο.

«Ακόμα μία βόλτα;» ρώτησε ο Christoph. Δίσταζα. Τα πόδια μου ήταν ταλαιπωρημένα και αισθανόμουν πάρα πολύ άνετα στο Gamsmilch-Bar, ένα τεράστιο καλύβι διακοσμημένο με παλιά ξύλινα μπαστούνια του σκι. Έξω από το παράθυρο έβλεπα τις χιονονιφάδες να στροβιλίζονται. «Δεν νομίζω να ψήνεται να βγει», σχολίασε ο Thomas. 
Ο απολογισμός του weekend έκλεινε πάντα με το ίδιο ερώτημα: αν θα επαναλαμβάναμε τη διήμερη απόδρασή μας στις Άλπεις και του χρόνου, ξεπερνώντας την πίεση που μας ασκούσαν οι επαγγελματικές και οικογενειακές μας υποχρεώσεις. Η επικείμενη μετεγκατάστασή μου στις ΗΠΑ έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δυσοίωνα. Καθώς φορούσαμε τις μπότες μας, αναρωτιόμασταν αν αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα κατεβαίναμε παρέα το βουνό. Μου ήρθαν στο μυαλό οι μονοήμερες εκδρομές των παιδικών μου χρόνων στα βουνά της Πενσυλβάνια και της Βιρτζίνια, με εμένα να ικετεύω τον πατέρα μου να μείνουμε λίγο παραπάνω.
«Μία πίστα ακόμα;»
«Ίσως και δύο», είπα. Και φύγαμε.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ