Ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος και ιστορικός της αρχιτεκτονικής Γιάννης Τσιώμης, καθηγητής στην αρχιτεκτονική σχολή Paris-La Vilette και στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι και μέλος της Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής της Γαλλίας, μας μιλάει για τα κριτήρια επιλογής της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, για την τοπογραφία, την αστική μορφολογία και τον πολεοδομικό της σχεδιασμό, καθώς και για τις πολιτιστικές μεταφορές στην Ευρώπη, μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας και Ελλάδας, ως απαραίτητη συνθήκη για τη γένεση της Αθήνας ως πρωτεύουσας πόλης. 

Κύριε Τσιώμη, πώς ήταν η Αθήνα πριν γίνει πρωτεύουσα; 

Ποια Αθήνα; Ποιας εποχής; Διότι η Αθήνα αλλάζει μέσα στους αιώνες, η ιστορία την αλλάζει. Η Αθήνα πάντως του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα είναι στην ουσία ένα μεγάλο χωριό. Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το πόσους κατοίκους και πόσα σπίτια είχε εκείνη την εποχή. Σίγουρα πάντως δεν ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα της τότε επαρχίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό όμως που αλλάζει από τα μέσα του 18ου αιώνα είναι ότι, ενώ μέχρι τότε κέντρο της αρχαιότητας για την Ευρώπη ήταν η Ρώμη, από το 1750 και μετά η Αθήνα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων λόγω των αρχαιοτήτων της και πάρα πολλοί, ιδιαίτερα Εγγλέζοι και Γάλλοι, την επισκέπτονται ως τόπο γένεσης του δυτικού πολιτισμού. 

Γιατί επελέγη η Αθήνα ως πρωτεύουσα της Ελλάδας; 

Επειδή σκεφτόμαστε όλοι την αρχαία Αθήνα, πιστεύουμε ότι η επιλογή της θα ήταν αυτονόητη. Δεν ήταν όμως. Υπήρχαν οκτώ-εννέα άλλες προτάσεις, μεταξύ των οποίων ακόμα και εκείνη μιας κινητής πρωτεύουσας που θα μεταφέρεται από πόλη σε πόλη έως ότου πάρουμε την Κωνσταντινούπολη! Εξάλλου η ιστορία της επιλογής της Αθήνας δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αν σκεφτεί κανείς ότι και στις ΗΠΑ υπάρχουν επίσης ανταλλαγές ιδεών, αν όχι συγκρούσεις, για το ποια θα είναι η πρωτεύουσα: η Βοστώνη, η Νέα Υόρκη, η Φιλαδέλφεια; Και η Ουάσιγκτον επιλέγεται το 1787 ακριβώς για να λυθούν αυτές οι συγκρούσεις. Ενώ όμως η Ουάσιγκτον επιλέγεται γιατί δεν έχει ιστορία –δεν υπάρχει καν ως πόλη–, η Αθήνα, αν και δεν είναι από τις πιο μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως για παράδειγμα η Πάτρα, επιλέγεται ακριβώς διότι έχει ιστορία. Δηλαδή, η μη ιστορία και η πολλή ιστορία παίζουν τελικά τον ίδιο ρόλο. 

Ο καθηγητής Γιάννης Τσιώμης

 

Για ποιον λόγο ο ιστορικός παράγοντας είναι σημαντικός τον 19ο αιώνα; 

Διότι κατ’ αρχάς είναι η εποχή που γεννιέται η έννοια του έθνους-κράτους. Επίσης, διότι εκείνη την εποχή κάθε μεγάλη πόλη της Ευρώπης θα ήθελε να είναι Αθήνα. Το Βερολίνο, για παράδειγμα, λέγεται «Αθήνα πάνω στον (ποταμό) Σπρέε»! Το κλέος της Αθήνας, η δόξα της Αθήνας, η Αθήνα ως κέντρο της σκέψης, της φιλοσοφίας, της τέχνης δημιουργεί μια φαντασίωση γύρω απ’ αυτήν. Και βέβαια είναι η εποχή που γεννιέται η αρχαιολογική επιστήμη. Και στην Αθήνα υπάρχουν ακόμα τα ερείπια της αρχαίας πόλης, της πόλης που γέννησε τον δυτικό πολιτισμό. Εδώ πρέπει να πω ότι η Αθήνα ταυτίζεται με τον δυτικό πολιτισμό πολύ περισσότερο από άλλες αρχαίες ελληνικές πόλεις, όπως η Σπάρτη. Όλος ο κόσμος δεν θα ήθελε να είναι Σπάρτη, ενώ όλος ο κόσμος θα ήθελε να είναι Αθήνα. Ανάλογα με τις ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές που κάνει κάθε ευρωπαϊκή χώρα του 18ου και του 19ου αιώνα, η δημοκρατική επιλογή σημαίνει Αθήνα, ενώ η αυταρχική επιλογή σημαίνει Σπάρτη.

Πώς ήταν η τοπογραφία της πόλης εκείνη την εποχή;  

Οι γκραβούρες και οι ζωγραφικοί πίνακες απεικονίζουν στην ουσία μια ξερή μικρή κωμόπολη. Διότι η Αθήνα, τουλάχιστον από τον 14ο-15ο αιώνα και μετά, δεν είχε ποτέ πράσινο. Ήταν ένας τόπος γυμνός, πράγμα εξάλλου που παρατηρούν και οι ταξιδιώτες που την επισκέπτονται, όπως ο Σατομπριάν και άλλοι, οι οποίοι μιλούν όχι μόνο για μια άσχημη ή ερειπωμένη πόλη, αλλά και για μια πόλη χωρίς βλάστηση. Θα έλεγα ότι η Αθήνα είναι πιο πράσινη σήμερα – αρκεί να κοιτάξει κανείς τον Υμηττό για να το διαπιστώσει. Αλλά ακόμα και την εποχή που εγώ ήμουν παιδί, θυμάμαι ότι από το παράθυρο του δωματίου μου έβλεπα τον Υμηττό, ο οποίος ήταν μοβ, εντελώς μοβ – «Μενεξεδένια πολιτεία», που έλεγε και ο Τερζάκης. Αυτό το μοβ δεν υπάρχει πια, καθώς εν τω μεταξύ φύτρωσαν δέντρα. 

Και η πολεοδομική της μορφή; 

Η πόλη είχε ανατολίτικη πολεοδομική μορφή, όπως πολλές πόλεις των Βαλκανίων και της Ανατολής: μικρούς δρόμους, μικρές πλατείες, πολλές μικρές εκκλησίες διάσπαρτες και αρχαία –ή λιγότερο αρχαία– ερείπια, όπως για παράδειγμα η Βιβλιοθήκη του Αδριανού στο Μοναστηράκι. Και, φυσικά, οθωμανικά κτίρια, λουτρά, μιναρέδες. Ήταν μια δαιδαλώδης μικρή πόλη χωρίς καμία μνημειακότητα, όπως όλες οι οθωμανικές πόλεις – διότι η μνημειακότητα είναι εφεύρεση του δυτικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Όμως με την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, η πόλη θα πρέπει να πάψει να έχει ανατολίτικο χαρακτήρα. Και για να γίνει αυτό, θα πρέπει να σβηστούν τα κατάλοιπα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, να σβηστεί η ανατολίτικη μνήμη από την πόλη. Επρόκειτο για μια στρατηγική δημιουργίας μιας Αθήνας ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους που ανήκει στην Ευρώπη.

Ποιοι είναι οι εμπνευστές αυτής της στρατηγικής;

Είναι πρώτα απ’ όλα η πολιτική εξουσία, οι Βαυαροί, αλλά και οι Έλληνες που έχουν σχέση με τη διοίκηση του κράτους. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί. Η ιστορία της γέννησης της Αθήνας είναι πολύ ενδιαφέρουσα και από την πλευρά των αρχιτεκτόνων-πολεοδόμων που τη σχεδίασαν. Διότι το σχέδιο της καινούργιας Αθήνας γίνεται πριν επιλεγεί η πόλη ως πρωτεύουσα. Δύο νέοι αρχιτέκτονες από το Βερολίνο, ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Έντουαρντ Σάουμπερτ, μαθητές του μεγάλου αρχιτέκτονα Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ, θέλουν να συμβάλουν στην αναγέννηση του νέου ελληνικού κράτους. Έρχονται λοιπόν το 1831-32 με δική τους πρωτοβουλία στην Αθήνα –η οποία είναι μια έρημη και ερειπωμένη πόλη μετά την καταστροφή του 1826– και κάνουν μια αποτύπωση της πόλης, η οποία αφορά κυρίως την πολεοδομική της δομή. Αυτή η εργασία θα τους βοηθήσει στη συνέχεια να κάνουν ένα σχέδιο, το οποίο προτείνουν στην ελληνική κυβέρνηση των Βαυαρών. Προτείνουν μια νέα Αθήνα, η οποία ελπίζουν να γίνει και πρωτεύουσα. Άρα είναι ένα σχήμα πρωθύστερο σε σχέση με την πολιτική απόφαση να γίνει πρωτεύουσα η Αθήνα, κι αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον όσον αφορά την πολιτική ευθυκρισία των δύο νέων αρχιτεκτόνων. 

Τι προτείνει αυτό το σχέδιο; 

Κατ’ αρχάς, η Αθήνα είναι ένα αρχέτυπο πολιτιστικών μεταφορών, με την έννοια ότι, παρόλο που οι νέοι αυτοί αρχιτέκτονες γνωρίζουν αρκετές πόλεις της Ευρώπης, ο σχεδιασμός της Αθήνας δεν αποτελεί αντιγραφή κάποιου μοντέλου. Είναι ένας σχεδιασμός πάρα πολύ πρωτότυπος, που λαμβάνει υπόψη του την τοπογραφία και την ιστορία της πόλης. Τα δύο βασικά του σημεία είναι η Ακρόπολη και το Παναθηναϊκό Στάδιο. Ο άξονας του Σταδίου θα δώσει την οδό Σταδίου, ο άξονας Βορράς-Νότος από τα Προπύλαια θα δώσει την οδό Αθηνάς και η συνάντησή τους θα δώσει την Πλατεία Ομονοίας. Από την Πλατεία Ομονοίας θα δημιουργηθεί ο άξονας της οδού Πειραιώς, ενώ ένας τέταρτος άξονας, η οδός Ερμού, θα περνά από την Καπνικαρέα. Εδώ να σημειώσουμε ότι πρόκειται για το μόνο βυζαντινό στοιχείο στο σχέδιο των νέων αρχιτεκτόνων, στο οποίο οι ίδιοι δεν αναφέρονται καν – δεν ξέρουμε γιατί το επέλεξαν. Πάντως έχουμε αυτό το βασικό τρίγωνο (Σταδίου, Πειραιώς, Ερμού) που δίνει τρεις βασικές πλατείες: την Ομόνοια, το Σύνταγμα και μια τρίτη πλατεία, την πλατεία Κέκροπος, η οποία θα ήταν στη συνάντηση της οδού Πειραιώς με την Ερμού, όπου αργότερα χτίστηκε το Γκάζι. Αυτή η πλατεία όμως δεν έγινε ποτέ. Αυτό το «ημιτελές» είναι χαρακτηριστικό της πολεοδομικής ιστορίας της Αθήνας. Η Αθήνα δεν τελείωσε ποτέ. Δεν πήρε ποτέ την οριστική μορφή που θέλησαν να της δώσουν, όπως για παράδειγμα η Μπραζίλια, η οποία έγινε ακριβώς όπως σχεδιάστηκε. 

Για ποιον λόγο; 

Διότι γύρω στο 1830 αρχίζουν να επιστρέφουν οι Αθηναίοι που έχουν φύγει με την καταστροφή του 1826 και ξαναχτίζουν τα σπίτια τους στη θέση όπου βρίσκονταν λίγα χρόνια πριν. Οι δύο νέοι αρχιτέκτονες δεν είχαν λάβει καθόλου υπόψη τους την παλιά μορφή της Αθήνας, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί ένα είδος παραβατικότητας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Δηλαδή από τη μια υπάρχει ένα πολεοδομικό σχέδιο που έχει επιλεγεί από τον νόμο και από την άλλη παράνομα σπίτια που χτίζονται πάνω σ’ αυτό. Έτσι οι δύο αρχιτέκτονες καθαιρούνται και έρχεται ο μεγάλος Γερμανός αρχιτέκτονας του Μονάχου Λέο φον Κλέντσε για να λύσει το πρόβλημα της άναρχης δόμησης της Αθήνας και ενός σχεδιασμού ο οποίος πρέπει να κρατήσει τις αρχές μιας νεοκλασικής πρωτεύουσας. Το σχέδιό του είναι δηλαδή ένα σχέδιο συμβιβασμού, μια λύση η οποία έχει στόχο να ηρεμήσει τα πράγματα. Ο Κλέντσε λειτουργεί έτσι ως αρχιτέκτονας-ειρηνοποιός και τελικά το σχέδιο της Αθήνας είναι ένα υβριδικό σχέδιο ανάμεσα στην οθωμανική και τη νεοκλασική Αθήνα. Η αρχική ιδέα των αρχιτεκτόνων προδίδεται δηλαδή πάρα πολύ γρήγορα. 

Στ. Κλεάνθης, E. Schaubert, «Σχέδιον της νέας πόλεως των Αθηνών, επικυρωμένον από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τω 1833 Ιουλίου 29». 

 

Η ιστορία αποδεικνύεται πιο πολύπλοκη από τις επιθυμίες τους…

Ακριβώς! Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι η ιστορία του παλατιού. Ενώ ο Κλεάνθης και ο Σάουμπερτ σχεδιάζουν το παλάτι απέναντι από την Ακρόπολη, στη θέση της Ομόνοιας, όταν το 1834 έρχεται ο Κλέντσε, το σχεδιάζει στην τρίτη πλατεία που δεν έγινε ποτέ, την πλατεία Κέκροπος. Τελικά, το παλάτι χτίζεται μετά το 1836 στο Σύνταγμα από έναν τρίτο αρχιτέκτονα, τον Φρίντριχ φον Γκέρτνερ, επίσης αρχιτέκτονα του Μονάχου. Υπήρχε όμως και μια τέταρτη πρόταση: την ίδια στιγμή που ο Κλεάνθης και ο Σάουμπερτ προτείνουν το παλάτι στην Ομόνοια, ο Σίνκελ το προτείνει πάνω στην Ακρόπολη! Αυτή η τρελή ιδέα, που ευτυχώς δεν υιοθετήθηκε, δείχνει καθαρά ότι η πολιτική εξουσία ψάχνει έναν διάλογο με την Ιστορία. Η Ιστορία νομιμοποιεί κατά κάποιον τρόπο την πολιτική εξουσία και η πολιτική εξουσία νομιμοποιεί την Ιστορία. Αυτή η σχέση αλληλονομιμοποίησης είναι πολύ ενδιαφέρουσα στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Διότι κάθε αρχιτεκτονική πράξη παίζει έναν συμβολικό ρόλο. Δεν είναι απλώς μια κατασκευή. 

Γιατί αυτή η περίοδος της ιστορίας της Αθήνας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον;   

Διότι η πόλη είναι χρόνος. Και για την Αθήνα αυτή είναι η στιγμή μηδέν της πολεοδομικής εξέλιξής της. Είναι η στιγμή που δύο νέοι αρχιτέκτονες έρχονται από την Ευρώπη και σκέφτονται τι είδους πόλη αρμόζει στην πρωτεύουσα ενός κράτους. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ένα κράτος χωρίς πρωτεύουσα και μια πρωτεύουσα χωρίς κράτος. Αυτή η πολιτική και ιδεολογική σχέση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Από αυτή τη στιγμή της αρχιτεκτονικής σύλληψης και της επιθυμίας να γίνει η Αθήνα η εμβληματική πόλη του ελληνικού κράτους και μετά, η πόλη εξελίσσεται με τρόπο αρκετά κοινό. Δηλαδή μεταξύ 1836 και 1840 και μετά αρχίζουν να πυκνώνουν οι κάτοικοι, να χτίζονται σπίτια και η Αθήνα να γίνεται μια κοινή πόλη. Με ένα ιδιαίτερο όμως χαρακτηριστικό: τα δημόσια κτίρια δεν χτίζονται από το ίδιο το κράτος, αλλά κυρίως από ευεργέτες. Το κράτος αποσύρεται κατά κάποιον τρόπο από τον ρόλο του υπευθύνου για τα πεπρωμένα της πρωτεύουσας. Και νομίζω ότι αυτή η ιστορία συνεχίστηκε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Υπάρχει δηλαδή ένα είδος αδιαφορίας για τον δημόσιο χώρο της πόλης. Μια αδιαφορία που είναι τελικά η αντίθεση και η αντίφαση αυτού που θέλησαν οι πρωτεργάτες της Αθήνας, οι πρώτοι αρχιτέκτονες, και αυτού που θέλησαν επίσης οι πρώτες κυβερνήσεις. Η Αθήνα, όπως κάθε νέα πόλη, αυτονομήθηκε κατά κάποιον τρόπο από τους εμπνευστές της, αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, και η Ιστορία επέβαλε τη δική της λογική, πολλές φορές άναρχη, μέσα από τα συμφέροντα –ή και μικροσυμφέροντα– των κατοίκων, την οικονομία, την πολιτική στρατηγική, αλλά και τα αναπάντεχα γεγονότα, τους πολέμους και τις καταστροφές. Η ζωή φτιάχνει την πόλη. Αυτή μπορεί να εξηγήσει τα προβλήματα που κληρονόμησε η Αθήνα και τα οποία όλοι βλέπουμε και ζούμε ακόμα και σήμερα. Αυτή όμως γεννά και τη γοητεία της. ■

Το βιβλίο του Γιάννη Τσιώμη «Athènes à soi-même étrangère. Naissance d’une capitale néoclassique» κυκλοφορεί στη Γαλλία από τις εκδόσεις Parenthèses.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ