Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

1968: «Κερδίσαμε γιατί το πιστεύαμε»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​την καινούργια ταινία του Τάσου Μπουλμέτη ο τίτλος «1968» συνοδεύεται και από τη φράση «κέρδισαν γιατί δεν μπορούσαν να χάσουν». Ο σκηνοθέτης αναφέρεται σε έναν αθλητικό άθλο, στον αγώνα μπάσκετ ΑΕΚ - Σλάβια Πράγας στο Καλλιμάρμαρο, που παρακολούθησε ολόκληρη η Ελλάδα από το ραδιόφωνο και πάνω από 80.000 από κοντά. Αναπάντεχη νίκη (για πρώτη φορά ανακηρύσσεται η χώρα μας σε κυπελλούχο Ευρώπης), ιστορική χρονιά με καθοριστικές αλλαγές σε όλο τον πλανήτη.

Συνδυασμός φιξιόν και ντοκιμαντέρ (με αφηγήσεις πραγματικών πρωταγωνιστών και παραγόντων και από τις δύο ομάδες), η ταινία, που θα αρχίσει να προβάλλεται από την ερχόμενη Πέμπτη, είναι ένα «γεγονός» συναισθηματικό, ρευστό και πολυμορφικό όσο και η μνήμη, διεγερτικό όσο και η νίκη, τρυφερό, μελαγχολικό, αδιαμφισβήτητο, όσο και ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει. Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες που διαδραματίζονται στα 94 λεπτά που διαρκεί η προβολή, περίπου όσο και ένας αγώνας μπάσκετ, διαπλέκονται εικόνες ενός κόσμου πραγματικού (στο Καλλιμάρμαρο) και επινοημένου από τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο (στους δρόμους και στα σπίτια της πόλης, σε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ κ.α.). Εικόνες αρχείου και εικόνες μικρόκοσμου, περιστατικά από τη ζωή των παικτών, συμβάντα καθημερινά που (ανα)συνθέτουν μια εποχή αισθημάτων, αισθήσεων, ιστορίας, από τη μία επίσημης και καταγεγραμμένης και από την άλλη περαστικής, διαρκώς ανακυκλούμενης, των ανώνυμων ανθρώπων.

Ο Τάσος Μπουλμέτης έσμιξε τους δύο κόσμους με μαεστρία, ισορροπία, δουλειά πολλή και ευαισθησία. Ο ρυθμός στην ταινία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα κοπιώδους και επιτυχημένου μοντάζ, αλλά και ένας εσωτερικός παλμός, που οφείλει τους χυμούς του και στα πραγματικά πρόσωπα του «1968». Προς το τέλος της ταινίας, ο Νίκος Μπαμπανικολός, παλαίμαχος, διεθνής μπασκετμπολίστας της ΑΕΚ, λέει: «Κερδίσαμε γιατί, κατ’ αρχήν, παίξαμε καλά... Κερδίσαμε γιατί το πιστεύαμε... Κερδίσαμε... (παύση και λυγμός) γιατί δεν μπορούσαμε να χάσουμε μπροστά σε 80.000 ανθρώπους...».

Είναι η στιγμή που το «γεγονός» επιβεβαιώνει τον μύθο του. Επιβεβαιώνει τα συστατικά στοιχεία του: ικανότητες αδιαμφισβήτητες, ζυμωμένες με επιμονή, ορμή, παραφορά, φιλότιμο. Η Ελλάδα μέσα στον φόβο, στην ταραχή και στη συρρίκνωση μιας δικτατορίας, απογειωνόταν συσπειρωμένη. Ομως η στιγμή στο «1968» διαστέλλεται.

Περνάει από το 1924 και τους πρόσφυγες από την Πόλη, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, στις απελάσεις, σε εμφύλιους που μεταφέρονται σε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, στις αδυναμίες (πολλές) των θαμώνων, σε μυστικά και ψέματα, πνιγμένες φράσεις, μνήμες από ήχους, στοιχήματα που δεν αφορούν τον αγώνα εκείνης της ημέρας...

Οταν όλη η Ελλάδα κρεμόταν από τη «θρυλική» φωνή του εκφωνητή, δημοσιογράφου, Βασίλη Γεωργίου, κάθε ένας ακροατής είχε τη δική του ιστορία να αφηγηθεί. Επασχε και συμμετείχε για τους ίδιους αλλά και ξεχωριστούς λόγους: ένας επιβάτης λεωφορείου ψάχνει τον χαμένο αδελφό του, μια κοπέλα κάνει πρόβα νυφικού, ένας κρατούμενος για τα πολιτικά του φρονήματα παρακολουθεί τον αγώνα με τη βοήθεια του δεσμοφύλακα...

Το στάδιο δεν είναι παρά μια μήτρα από εκατοντάδες χιλιάδες ιστορίες. «Ανάμεσα στη νίκη και στην ήττα κρύβονται στιγμές που πρέπει να ειπωθούν», γράφει το σενάριο και η ταινία τούς δίνει μορφή και υπόσταση. Για μια στιγμή η νίκη παρέσυρε, εκτόνωσε, τροφοδότησε την ψευδαίσθηση του «όλοι μαζί», της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης. Ανακατεύτηκαν άνθρωποι, πεποιθήσεις, διαθέσεις, επιθυμίες. Ταίριαξαν τα διαφορετικά σχήματα κάτω από την αλήθεια της νίκης και της γιορτής. Το «δεν μπορούσαμε να χάσουμε» είναι μια δέσμευση που προϋποθέτει κότσια και δύναμη ψυχής.

Πόσο λυτρωτική μπορεί να είναι η στιγμή που κάθε προσωπικός εφιάλτης (υπαρκτός ή κατασκευασμένος) κάνει για λίγο στην άκρη και το κέντρο της σκηνής καταλαμβάνει η χαρά... Ενας θαμώνας του πρακτορείου ακούει το «τσακ τσακ» από τον ήχο δαχτύλων που χτυπούν το τζάμι, θυμάται τον ίδιο ήχο πριν από χρόνια στην Πόλη, στο μαγαζί του, την ώρα του ξεριζωμού και λυγίζει. «Τσακ τσακ εδώ, τσακ τσακ εκεί, δεν αντέχω», λέει στον ιδιοκτήτη του πρακτορείου. Ερχεται όμως η νίκη και η βοή της καλύπτει το τσακ τσακ, έστω και για μια στιγμή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ