ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διπλάσια επιτόκια στην Ελλάδα λόγω των κόκκινων δανείων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Δάνεια

Σημαντική αύξηση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σημειώθηκε το 2017 στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια στην Ευρώπη διαμορφώνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οπως προκύπτει από την επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, που είναι η διαφορά μεταξύ μέσου επιτοκίου όλων των δανείων από το μέσο επιτόκιο όλων των καταθέσεων, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 2,6% (εννεάμηνο 2017) έναντι 2,3% που ήταν το αντίστοιχο διάστημα του 2016, επίπεδο διπλάσιο του κόστους χρήματος με το οποίο επιβαρύνονται επιχειρήσεις και πολίτες στην Ε.Ε. των «28» (1,3%).

Ωστόσο, παρά τα διπλάσια επιτόκια, η κερδοφορία των εγχώριων τραπεζών παραμένει μηδαμινή, με την αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων (μετά από φόρους) να διαμορφώνεται στο 0,6% έναντι 5,1% των τραπεζών στην Ε.Ε. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα λειτουργικά καθαρά έσοδα των εγχώριων τραπεζών ανήλθαν στα 3,245 δισ. ευρώ, επίπεδο κατά πολύ υψηλότερο των αντίστοιχων εσόδων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Πού χάνονται τα κέρδη των ελληνικών τραπεζών; Στη μαύρη τρύπα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς στο εννεάμηνο ποσό 2,82 δισ. ευρώ διοχετεύθηκε για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ακριβώς όπως οι λίγοι συνεπείς φορολογούμενοι επιβαρύνονται με δυσβάσταχτους φόρους για τη λειτουργία του κράτους έτσι και οι συνεπείς δανειολήπτες, και το δυναμικό κομμάτι της οικονομίας, επιβαρύνονται με πολύ υψηλά επιτόκια δανεισμού προκειμένου οι τράπεζες να απορροφούν τις μεγάλες ζημιές των κακοπληρωτών. Σύμφωνα με την επισκόπηση της ΤτΕ, τα NPEs ανήλθαν στο 44,6% στο σύνολο των δανείων, ενώ τα NPEs διαμορφώνονται σε 43,5% στις επιχειρήσεις και σε 46,1% στα νοικοκυριά, εκ των οποίων σε 43,3% για τα στεγαστικά και 53,2% στα καταναλωτικά. Ειδικότερα στις επιχειρήσεις τα NPEs ανέρχονται στο 38,9% στις μεγάλες, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στο... 66,5% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ σε κάποιους κλάδους όπως η εστίαση τα κόκκινα δάνεια φθάνουν το 77,9%.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι συνθήκες για τις εγχώριες τράπεζες βελτιώθηκαν σε όρους ρευστότητας, κεφαλαιακής επάρκειας και ποιότητας δανειακού χαρτοφυλακίου, καθώς οι τράπεζες πέτυχαν τη μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων επί τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο. Ωστόσο, η ΤτΕ σημειώνει ότι το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ευάλωτο σε μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές, σημειώνοντας ότι το 2018 οι τράπεζες καλούνται να προσαρμοστούν σε νέες προκλήσεις, με κυριότερες την εφαρμογή των νέων λογιστικών προτύπων, την αυστηροποίηση του χειρισμού των προβλέψεων για τα νέα NPEs, αλλά και τη διενέργεια της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων από την ΕΚΤ.

Οπως τονίζεται, «οι τράπεζες επιβάλλεται να διευρύνουν το ταχύτερο δυνατόν τις λύσεις που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις».

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με μελέτη της ΤτΕ, αν οι τράπεζες πωλούσαν στο 3% της ονομαστικής τους αξίας κόκκινα δάνεια ύψους 29,8 δισ. ευρώ (δηλαδή το 64,7% του συνόλου), ο δείκτης κεφαλαιακής τους επάρκειας δεν θα υποχωρούσε κάτω από το 12,5%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ