ΒΙΒΛΙΟ

Η δύναμη και η αδυναμία της Γερμανίας

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Ο Τόμας Μαν επί το έργον. Οποιος τον άφησε στους «Στοχασμούς ενός απολιτικού» (εκδ. Ινδικτος) δεν μπορεί να φανταστεί την πορεία που διατρέχει ο συγγραφέας μέχρι τη συγγραφή του κειμένου «Αυτός ο πόλεμος», το οποίο γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1939, προκειμένου να δημοσιευθεί στη Herald Tribune.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

THOMAS MAN
Αυτός ο πόλεμος
μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
επίμετρο: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου
εκδ. Πόλις, 2017, σελ. 100

Ηταν φθινοπωρινό βράδυ. Σε μια παρέα, μέρος της οποίας εμφανώς επιθυμούσε να αναφερθεί στα καλοκαιρινά αναγνωστικά του κατορθώματα, επέλεξα να προβληθώ εμφορούμενη από τη σχετική –υπόρρητη– έπαρση του ξεχωριστού αναγνώστη, ανακοινώνοντας την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι Υπνοβάτες» του Μπροχ.

«Είναι καλός συγγραφέας αυτός ο Μπροχ;» ακούστηκε η ερώτηση από μέλος της παρέας και στ’ αυτιά μου ήχησε σαν εκκωφαντικός ήχος τζαμαρίας που θρυμματίζεται: Τι σόι αναγνώστης είσαι αν δεν μπορείς να απαντήσεις σε μια τόσο απλή ερώτηση; Τι σόι συγγραφέας είναι αυτός που δεν χωράει σε μια εκτίμηση «καλός - κακός» ένα φθινοπωρινό βράδυ με πίτσες στην πλατεία Βαρνάβα;

Είναι καλός συγγραφέας, λοιπόν, ο Τόμας Μαν; Δεν έχω ιδέα. Μπορώ μόνο με βεβαιότητα προσωπική να πω ότι ανήκει στο φάσμα των λογοτεχνών για τους οποίους μπορείς να απαντήσεις ξεκινώντας με τη φράση: «Ο δικός μου Τόμας Μαν είναι...». Δεν μπορείς να πεις, για παράδειγμα, «ο δικός μου Στέφαν Τσβάιχ» διότι, μάλλον, ο λόγος του ανήκει σε όλους τους αναγνώστες με τον ίδιο τρόπο και τέλος πάντων –εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι στο έντυπο δεν χρειάζεται να απαντήσεις αμέσως σε διαφορετικές απόψεις όπως συμβαίνει στο Διαδίκτυο– ο... δικός μου Τόμας Μαν είναι το τέλος πολλών πραγμάτων.

Είναι το τέλος της εποχής των Μπούντεμπροκ, ο –σχεδόν– χρονογράφος του τέλους του κόσμου της μεσαιωνικής Λυβέκης και του θαυμαστού εμπορικού κόσμου της χανσεατικής ένωσης. Είναι ο τελευταίος διαμεσολαβητής που εμπλουτίζει τη σχέση με τον Γκαίτε κι αυτός που, με κάθε αράδα του έργου του, οδηγεί στον θαυμασμό του γερμανικού πολιτισμού και οδηγείται απ’ αυτόν. Είναι το τέλος του παλιού κόσμου που υποδέχθηκε μετά παιάνων τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να υποστεί στη συνέχεια τα αποτελέσματα της μετωπικής σύγκρουσης με την πραγματικότητα ενός πολέμου. Είναι κι αυτός ο κόσμος, όμως, που συγκρούστηκε με το βόλεμά του, αναγκάστηκε να σηκωθεί από τον ιστορικό καναπέ του, να ζήσει το παρόν του και να γίνει –με βάση τις επιλογές του– ένα σύμβολο για τους επόμενους.

Κι αυτά τα τελευταία πρέπει να ήταν πολύ δύσκολα για τον Τόμας Μαν. Ισως όχι όπως ήταν για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον Φραντς Βέρφελ και την Αλμα Μάλερ που αναγκάστηκαν να διαβούν τα Πυρηναία για να ξεφύγουν από τους ναζί, αλλά με το είδος της δυσκολίας που προκαλεί η εκκωφαντική κατάρρευση των εσωτερικών βεβαιοτήτων.

Οποιος άφησε τον Τόμας Μαν στους «Στοχασμούς ενός απολιτικού» (εκδ. Ινδικτος) δεν μπορεί να φανταστεί την πορεία που διατρέχει ο συγγραφέας μέχρι τη συγγραφή του κειμένου «Αυτός ο πόλεμος», το οποίο γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1939, προκειμένου να δημοσιευθεί στη Herald Tribune, και εκφράζει με πάθος την αντίθεση του αυτοεξόριστου Μαν, ήδη από το 1933, προς τον ναζισμό. Και όποιος διαβάσει αυτό χωρίς να ξέρει τους «Στοχασμούς» θα τον κατατάξει πάλι εκεί που δεν ανήκει: στους «φυσικούς» εχθρούς των ναζιστών και του πολέμου, στους ειρηνιστές μιας εποχής. Πέραν αυτού, το κείμενο καθαυτό φωτίζει εκείνες τις πλευρές του γερμανικού λαού, τη δύναμη και την αδυναμία που μόνον κάποιος που γνωρίζει και αγαπάει βαθιά τη Γερμανία μπορεί να διαπιστώσει.

Η αλήθεια

Οπως γράφει και ο ίδιος επισημαίνοντας την ανάγκη της Ενωμένης Ευρώπης: «Διότι αυτή ακριβώς είναι η αλήθεια που όποιος αγαπά τη Γερμανία, μπορεί να δει καθαρά: ότι ευτυχής και μεγάλη μπορεί να είναι μόνο μέσα σε μια Ευρώπη απαλλαγμένη από ό,τι τη δηλητηριάζει πολιτικά, από την τρέλα των παρωχημένων σχεδίων ηγεμονίας, σε μια Ευρώπη που θα μπορεί να ζει ως μια ελεύθερη κοινότητα προσανατολισμένη στις τέχνες της ειρήνης. Σε έναν τέτοιο κόσμο θα ξανάβρισκε ο απολιτικός γερμανικός λαός την ευτυχία, την αγάπη και τη δόξα του».

Ο Τόμας Μαν ανήκει σε αυτό το corpus υψηλής λογοτεχνίας που, όπως αναφέρει ο βιογράφος του Ronald Hayman, «αντίθετα από άλλους μεγάλους του μοντερνισμού –Προυστ, Κάφκα, Τζόις, Ελιοτ, Πάουντ– δεν ήταν ποτέ σκοτεινός, θολός, ποτέ δεν ζητούσε πολλά από τον αναγνώστη. Σήμερα, ο μόνος τρόπος να προσεγγίσεις ένα τόσο μεγάλο κοινό (χωρίς να παραγάγεις pulp fiction) είναι να χρησιμοποιήσεις οπτικοακουστικά μέσα. Σωστά αντιμετώπιζε τον εαυτό του ως latecomer. Ηταν ο τελευταίος μεγάλος Ευρωπαίος των γραμμάτων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ