ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυστηρό μήνυμα για πλειστηριασμούς από την ΕΚΤ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ανάγκη να επιταχύνουν άμεσα και σε κάθε κατεύθυνση τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τόνισε με αυστηρότητα στις διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών η επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της ΕΚΤ, Ντανιέλ Νουί, σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στη Φρανκφούρτη.

Εν πολλοίς, η κυρία Νουί ζήτησε από τις τράπεζες πολύ λιγότερα λόγια και πολύ περισσότερα έργα, υπογραμμίζοντας ότι τα χρονικά περιθώρια για την αντιμετώπιση του προβλήματος ήδη έχουν ξεπεραστεί και τις σοβαρότατες επιπτώσεις που αυτό μπορεί να επιφέρει στο τραπεζικό σύστημα. Παράλληλα, η κυρία Νουί δεν άφησε πολλά περιθώρια στις εγχώριες τράπεζες να περάσουν κάποιες κοινές θέσεις –κυρίως για κάποιες τεχνικές πτυχές του stress test και τα χρονοδιαγράμματα– ξεκόβοντας τις συζητήσεις με τη φράση: «Εσείς προχωρήστε σε αυτά που πρέπει και τα υπόλοιπα θα τα δούμε εμείς».

Το ζήτημα των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών βρέθηκε στο επίκεντρο, με τους τεχνοκράτες του SSM να μεταφέρουν τον προβληματισμό τους για τον όγκο των πλειστηριασμών που πραγματοποιούνται, προειδοποιώντας πως αν δεν υπάρξει δραστική επιτάχυνση το τρίμηνο Φεβρουαρίου - Απριλίου θα υπάρξουν επιπτώσεις στο stress test. Παράλληλα, μετέφεραν στις τράπεζες την ενόχλησή τους για τα περί άτυπης συμφωνίας με την κυβέρνηση περί μη πλειστηριασμών σε ακίνητα κάτω των 300.000 ευρώ, κάτι που δείχνει ότι δεν περνάει απαρατήρητο τίποτα, ούτε άτυπες «συμφωνίες» με περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική αξία.

Οι επικεφαλής των τραπεζών επέστρεψαν στην Αθήνα μάλλον προβληματισμένοι και σίγουρα χωρίς καθαρότερο ορίζοντα για τις προθέσεις της ΕΚΤ για το stress test. Οπως σημειώνουν στην «Κ», αν και φαίνεται ότι στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή υπάρχει μια ανυπομονησία για μια επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς «καθαρές» τράπεζες κάτι διόλου βέβαιο δεδομένου του μεγάλου προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και της γενικότερης κατάστασης της χώρας. Η αγορά και οι επενδυτές φαίνεται να προεξοφλούν επιτυχία των εγχώριων τραπεζών στα stress tests, εκτίμηση που είναι πιθανό να επιβεβαιωθεί, όμως επί του παρόντος αυτή η αισιοδοξία δεν στηρίζεται σε στοιχεία, τονίζουν τραπεζικές πηγές.

Καλύτερη εικόνα θα αποκτήσουν οι τράπεζες όταν τους γνωστοποιηθούν οι μακροοικονομικές παραδοχές του stress test, κάτι που αναμένεται στα τέλη Ιανουαρίου ή το αργότερο στις αρχές Φεβρουαρίου. Οι παραδοχές θα περιλαμβάνουν δύο σενάρια: το βασικό σενάριο για την πορεία της οικονομίας την επόμενη τριετία και το δυσμενές σενάριο, το οποίο θα έχει περισσότερο συντηρητικές, δηλαδή απαισιόδοξες, παραδοχές για την πορεία της οικονομίας.

Στη συνάντηση στη Φρανκφούρτη την προηγούμενη εβδομάδα οι εκπρόσωποι των εγχώριων τραπεζών παρουσίασαν την πρόοδο που έχει συντελεστεί τους τελευταίους μήνες στο ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, την υλοποίηση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη υιοθέτηση του νέου λογιστικού προτύπου IFRS 9 κ.ά. Παράλληλα, επιχείρησαν να παρουσιάσουν μια σειρά γενικών θέσεων για τη μεθοδολογία του stress test, τα χρονικά περιθώρια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων εάν προκύψουν ανάγκες κ.ά. Οπως σημειώνουν στην «Κ» τραπεζικές πηγές, είναι πολύ διαφορετικό αν οι επόπτες δώσουν τη δυνατότητα σε μια τράπεζα –για την οποία θα προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες στο stress test– να καλύψει την αύξηση κεφαλαίου σε διάστημα 18 ή 2 μηνών.

Υποψίες για προνομιακές σχέσεις με επιχειρηματίες

Για τους επόπτες είναι ακατανόητη η συζήτηση περί πλειστηριασμών που γίνεται στη χώρα μας, δεδομένου ότι οι πλειστηριασμοί όχι μόνο δεν έχουν αυξηθεί –όπως απαιτείται για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο απόθεμα των κόκκινων δανείων που έχει σχηματιστεί τα τελευταία χρόνια–, αλλά έχουν μειωθεί κατά πολύ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2016 πραγματοποιήθηκαν πλειστηριασμοί σε 5.641 ακίνητα έναντι 52.027 ακινήτων το 2009.

Την εικόνα αυτή οι επόπτες τη θεωρούν απαράδεκτη, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των κακοπληρωτών αφορά στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Πέραν της μικροπολιτικής εκμετάλλευσης του θέματος με υποσχέσεις περί οριζόντιων ρυθμίσεων, «σεισάχθειες» κ.λπ., οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές υποψιάζονται ότι πίσω από την αδράνεια βρίσκονται και προνομιακές σχέσεις τραπεζών με καταχρεωμένους επιχειρηματίες που δεν έχουν πληρώσει ούτε μία δόση από δάνεια που έλαβαν στο παρελθόν και συνεχίζουν να διοικούν τις επιχειρήσεις κανονικά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των τουριστικών επιχειρήσεων. Την τελευταία δεκαετία, ο τουρισμός στη χώρα μας καταρρίπτει το ένα μετά το άλλο ρεκόρ με υπερδιπλασιασμό των αφίξεων και μεγάλη αύξηση των εσόδων, εν τούτοις ο κλάδος συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών με τον μεγαλύτερο δείκτη μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων (NPEs). Οι τράπεζες έχουν διοχετεύσει δάνεια περίπου 8 δισ. ευρώ στον τουριστικό τομέα, εκ των οποίων το 42,7% βρίσκεται στο κόκκινο. Και ενώ είναι δεδομένο το επενδυτικό ενδιαφέρον για τον κλάδο, οι τράπεζες δεν έχουν κάνει πολλά για την αντιμετώπιση των επιχειρήσεων που δεν αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Επιπροσθέτως και στις περιπτώσεις που γίνονται κάποιες προσπάθειες να αντιμετωπιστούν χρόνια προβλήματα, υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που μπλοκάρουν τις διαδικασίες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, οι αποκαλούμενοι στρατηγικοί κακοπληρωτές μπορεί να προσεγγίζουν το 30% στο σύνολο των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων. Αυτό σημαίνει ότι από τα 77,5 δισ. ευρώ επιχειρηματικών, στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων που δεν εξυπηρετούνται, τα 23 δισ. ευρώ αφορούν περιπτώσεις που μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Τι συστήνει η ΤτΕ

Οπως υπογράμμισε η Τράπεζα της Ελλάδος στην επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, που δημοσιοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, «οι τράπεζες επιβάλλεται να διευρύνουν το ταχύτερο δυνατόν τις λύσεις που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις».

Σύμφωνα με την ΤτΕ, υπάρχουν κεφαλαιακά αποθέματα για δραστικότερες κινήσεις, καθώς ακόμη και αν οι τράπεζες πωλούσαν στο 3% της ονομαστικής τους αξίας κόκκινα δάνεια ύψους 29,8 δισ. ευρώ (δηλαδή το 64,7% του συνόλου), ο δείκτης κεφαλαιακής τους επάρκειας δεν θα υποχωρούσε κάτω από το 12,5%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ