Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Για ποιους λόγους χρειαζόμαστε το ΔΝΤ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και στην Ουάσιγκτον πιστεύουν ότι ο πρωθυπουργός πρέπει να ζητήσει την επέκταση της δανειακής ασφάλειας που προσέφεραν στην Ελλάδα τα τρία μνημόνια. Δεν χρειάζεται να είναι πραγματικά λεφτά, πρέπει όμως να προλάβουν δύο μεγάλους κινδύνους. Εναν από την πλευρά των αγορών, που μας περιμένουν με κακές διαθέσεις, και τον άλλον εσωτερικό, την ευκολία των πολιτικών να διαλύουν τον προϋπολογισμό. Είναι αλήθεια ότι ο ευρωπαϊκός νόμος προβλέπει πως όποιος λαμβάνει την προληπτική γραμμή υπόκειται σε «πρόγραμμα με όρους και έλεγχο» (conditionality). Δυστυχώς, για μιαν ακόμη φορά, ο κ. Τσίπρας παγιδεύτηκε γιατί βιάστηκε: αν δεν είχε μιλήσει για «καθαρή έξοδο», τα περιθώρια διαπραγμάτευσης θα ήσαν ευρύτερα.

Ομως, υπάρχει λύση και ακούει στο όνομα που δεν θέλουν να ακούν οι κομματικοί κομισάριοι του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι, υπό την καθοδήγηση του κ. Ρήγα, ελέγχουν κάθε βήμα (ή, ορθότερα, κάθε παραστράτημα) των «συντρόφων της κυβέρνησης». Μιλάμε βεβαίως για το ΔΝΤ!

Αλλά και στην Ουάσιγκτον ο κ. Τόμσεν, ο οποίος έχει υποστεί σοβαρές ήττες και χωρίς τον κ. Σόιμπλε στο παλιό του πόστο δεν διαθέτει την ίδια επιρροή, δεν θα φέρει αντίρρηση στην επιστροφή του Ταμείου στην Ελλάδα, εάν αυτό συμφωνηθεί μεταξύ των κ. Μέρκελ και Λαγκάρντ. Εξάλλου, η χώρα μας χρειάζεται το Ταμείο για τρεις λόγους:

• Πρώτον, γιατί πρέπει να αλλάξει την ισχύουσα (από τον Ιούνιο 2015) γνωμοδότησή του, σύμφωνα με την οποία το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι κανένας από τους οίκους αξιολόγησης δεν θα «χαρίσει» στην κυβέρνηση την υψηλή βαθμολογία που χρειάζεται για να πάμε στις κεφαλαιαγορές, όσο δεν έχει ικανοποιηθεί το ΔΝΤ.

• Δεύτερος λόγος που θέλουμε δίπλα μας το Ταμείο είναι ότι πρόκειται για τον άριστο συνήγορο στη μακροχρόνια αναδόμηση του χρέους. Ορισμένοι πιστεύουν ότι το ΔΝΤ μπορεί να μπει σε πρόγραμμα με την Ελλάδα χωρίς να βάλει νέα κεφάλαια, απλώς και μόνον ως διαχειριστής αυτής της νέας ειδικής σχέσης μεταξύ των κρατών της Ζώνης και της Ελλάδας, συμπαραστάτης και εγγυητής συνάμα – εξέλιξη που θα μας διευκόλυνε πολύ μετά το τέλος του παρόντος προγράμματος.

• Τρίτο θέμα είναι, βεβαίως, οι τράπεζες. Αν οι έλεγχοι που ξεκινούν σε λίγο καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται νέα κεφαλαιακή ενίσχυση, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα κεφάλαια που είχε προβλέψει το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα κατά τρόπο που δεν θα εκδιώξει τους σημερινούς μετόχους, ώστε να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των τραπεζών από την κυβέρνηση. Ο κίνδυνος των τραπεζών, δηλαδή των κόκκινων δανείων, πρέπει να αντιμετωπιστεί προτού κλείσει το πρόγραμμα και πρέπει να γίνει χωρίς να κρατικοποιηθεί το τραπεζικό σύστημα.

Πλην όμως, όπως έγκυρες πηγές διαβεβαιώνουν, ο κ. Τσίπρας δεν πρόκειται να ζητήσει προληπτική γραμμή. Ευκολότερα θα δεχτεί ένα νέο πλαίσιο αυστηρού ελέγχου συνδεδεμένο με το πρόγραμμα για το ελληνικό χρέος. Εξάλλου, λένε οι κυβερνητικοί, το Eurogroup υποσχέθηκε να βοηθήσει στη δημιουργία ενός αποθεματικού λογαριασμού, το βάθος του οποίου μπορεί να φτάσει και τα 15 δισ. Κάποιοι όμως ήδη ανησυχούν. Μήπως ένα τόσο μεγάλο ποσό βάλει τον κ. Τσίπρα σε λαϊκίστικο πειρασμό; Γιατί, για παράδειγμα, να μη χρησιμοποιήσει το «απόθεμα» για να καθυστερήσει τη μείωση των παλαιών συντάξεων στο χαμηλότερο επίπεδο των νέων, όπως προβλέπεται να γίνει στις αρχές του 2019;

Μοιάζει παράδοξο, αλλά ο κ. Τσίπρας διαθέτει ένα ατού που κανείς άλλος πρωθυπουργός δεν είχε: η διάδοχη μετά απ’ αυτόν κατάσταση δεν ανησυχεί τις αγορές, τους Ευρωπαίους, τους επιχειρηματίες και τους πολίτες. Ολοι αυτοί νιώθουν σίγουροι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει ό,τι πρέπει, όταν πρέπει και με τον ήπιο ρυθμό που αποπνέει ο χαρακτήρας του. Με τον Αλέξη Τσίπρα να κάνει, μέχρι στιγμής, το σωστό και την εμπιστοσύνη στις εξελίξεις της επόμενης μέρας, η Ελλάδα μπορεί, επιτέλους, να προσφέρει έναν κάποιο ορίζοντα στους επενδυτές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ