ΚΟΣΜΟΣ

Ο Χένρι Κίσινγκερ στο πολιτικό προσκήνιο

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ*

Η άνοδος του Χένρι Κίσινγκερ οφειλόταν στις μεγάλες δυνατότητές του ως αναλυτή της διεθνούς σκηνής και στο έντονο ενδιαφέρον του για την πρακτική πολιτική. Εξελίχθηκε σε μια κορυφαία, αν και συχνά αμφιλεγόμενη, διεθνή προσωπικότητα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οταν ο Ρίτσαρντ Νίξον επέλεξε στα τέλη Νοεμβρίου 1968 τον καθηγητή Χένρι Κίσινγκερ ως σύμβουλο εθνικής ασφαλείας στη νέα κυβέρνησή του, οι δύο άνδρες είχαν ελάχιστες προγενέστερες επαφές. Ο Νίξον στα απομνημονεύματά του χαρακτηρίζει τον συνδυασμό τους απίθανο – «ο γιος παντοπώλη από το Ουίτιερ (στη νότια Καλιφόρνια) και ο πρόσφυγας της Γερμανίας του Χίτλερ, ο πολιτικός και ο ακαδημαϊκός». Ωστόσο, οι δύο άνδρες είχαν ασυνήθιστες ικανότητες στη διαχείριση της διεθνούς πολιτικής και συγκλίνουσες αντιλήψεις, καίτοι προερχόμενοι από διαφορετικούς χώρους. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Βρετανού ιστορικού Christopher Andrew, «ο συνδυασμός Νίξον - Κίσινγκερ ήταν μάλλον ο πιο ταλαντούχος που χειρίστηκε ποτέ την αμερικανική εξωτερική και αμυντική πολιτική».

Βιώματα και επιρροές που τον διαμόρφωσαν

Κατά τα πρώτα 15 χρόνια της ζωής του (1923-1938). ο Κίσινγκερ ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας της βαυαρικής πόλης Φιρθ κοντά στη Νυρεμβέργη. Αν και βίωσε τον γερμανικό αντισημιτισμό της εποχής και την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, αρνείται ότι τα βιώματα αυτά του άφησαν σημάδια. Η βαυαρική περίοδος της ζωής του φαίνεται να του άφησε κυρίως ένα ισόβιο πάθος για το ποδόσφαιρο – η ποδοσφαιρική ομάδα της μικρής Φιρθ κέρδισε το Κύπελλο Γερμανίας το 1926 και το 1929 και έφτασε στους ημιτελικούς το 1931.

Το 1938, η οικογένεια Κίσινγκερ μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη γλιτώνοντας παρά τρίχα τον εγκλωβισμό στη χιτλερική Γερμανία και το Ολοκαύτωμα. Ο Κίσινγκερ επέστρεψε στην Ευρώπη τον Νοέμβριο 1944 ως οπλίτης του αμερικανικού στρατού, λαμβάνοντας μέρος στις τελικές επιχειρήσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στον αμερικανικό στρατό ο Κίσινγκερ γνώρισε τον επίσης γερμανοεβραϊκής καταγωγής διανοούμενο Φριτς Κράμερ, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό του, που αποτέλεσε τον σημαντικότερο μέντορά του κατά τη νεότητά του. Ο Κράμερ πρέσβευε έναν πρωσικό συντηρητισμό, που έδινε έμφαση στις αξίες έναντι του κυρίαρχου σύγχρονου υλισμού. Πριν ο Κράμερ καταταγεί στον στρατό, βρισκόταν υπό παρακολούθηση από το FBI λόγω των έντονα γερμανόφιλων τάσεών του, αν και δεν αμφισβητείτο η έχθρα του προς τον Χίτλερ. Στον αμερικανικό στρατό τον χρησιμοποίησαν για ομιλίες που εξηγούσαν γλαφυρά στους φαντάρους τον σκοπό του πολέμου. Επηρέασε τον νεαρό Κίσινγκερ στην κατεύθυνση του πολιτικού ιδεαλισμού, που αργότερα πήρε έντονα καντιανό προσανατολισμό. Το γεγονός, πάντως, ότι οι δυο τους συνομιλούσαν ενίοτε στα γερμανικά σε εμπόλεμες ζώνες στη Γερμανία αποτελούσε περιττό ρίσκο.

Το 1945 ο Κίσινγκερ βίωσε την απελευθέρωση ετοιμοθάνατων Εβραίων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, που του προκάλεσε έντονα αισθήματα έχθρας προς τους Γερμανούς. Σύντομα, ωστόσο, μετρίασε τη στάση του απορρίπτοντας μια μανιχαϊκή ερμηνεία της ανθρώπινης κατάστασης ως πάλης μεταξύ του απόλυτου καλού και του απόλυτου κακού και θεωρώντας ότι υπήρχαν πολλές διαβαθμίσεις μεταξύ των δύο άκρων. Σε αυτό συνέβαλαν οι εμπειρίες του στην υπηρεσία αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού κατά τα πρώτα δύο μεταπολεμικά χρόνια στη Γερμανία, όπου προσπαθούσε να ξεριζώσει τα κατάλοιπα του εθνικοσοσιαλισμού, καταζητώντας αμετανόητους εθνικοσοσιαλιστές. Σε αυτή τη φάση άρχισε να διαβλέπει και τον κίνδυνο να εκμεταλλευθούν οι κομμουνιστές την τραγική κατάσταση της κατεστραμμένης μεταπολεμικής Γερμανίας.

Μετακίνηση από τον ιδεαλισμό του Καντ στον ρεαλισμό

Το 1947 ο Κίσινγκερ έγινε δεκτός ως προπτυχιακός φοιτητής στο Χάρβαρντ. Η πτυχιακή εργασία του το 1950 με τίτλο «Το νόημα της Ιστορίας» ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του Χάρβαρντ (388 σελίδες – έκτοτε το πανεπιστήμιο έθεσε όριο περίπου 140 σελίδων). Το έντονα φιλοσοφικό αυτό κείμενο έδειχνε τις επιρροές ιδίως του ιδεαλισμού του Εμάνουελ Καντ, που προσέβλεπε στη διαρκή ειρήνη μεταξύ δημοκρατιών. Παντελώς απών από το κείμενο ήταν ο Μακιαβέλι.

Μια μερική μετατόπιση της σκέψης του Κίσινγκερ από τον ιδεαλισμό του Καντ προς τη ρεαλπολιτίκ, που χαρακτήρισε την εξωτερική πολιτική των Νίξον και Κίσινγκερ μετά το 1969, πραγματοποιήθηκε με τη διδακτορική διατριβή του στο τμήμα Διακυβέρνησης του Χάρβαρντ, που αφορούσε το σύστημα της Βιέννης (1815) και ειδικότερα την πολιτική του Μέτερνιχ. Στο κείμενο αυτό ο Κίσινγκερ καταπιάστηκε και με το εγγενές πρόβλημα του συντηρητισμού, που πρέπει να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται για να προκαταλαμβάνει τάσεις επαναστατικής ριζοσπαστικοποίησης.

Το 1957, ο Κίσινγκερ δημοσίευσε το «Nuclear Weapons and Foreign Policy», που τον έκανε διάσημο και τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους ειδικούς στις ΗΠΑ σε θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Στο βιβλίο αυτό ο Κίσινγκερ άσκησε κριτική στην πολιτική της «μαζικής ανταπόδοσης» του προέδρου Αϊζενχάουερ, που απειλούσε να απαντήσει σε οποιαδήποτε κίνηση σοβιετικού επεκτατισμού με μαζική χρήση πυρηνικών όπλων. Το πρόβλημα ήταν ότι η απειλή μαζικής πυρηνικής ανταπόδοσης δεν ήταν αξιόπιστη για να αποτρέψει σοβιετικές κινήσεις σχετικά χαμηλής σημασίας, έναντι των οποίων η αμερικανική ηγεσία αντιμέτωπη με το δίλημμα υποχώρηση ή πυρηνικός όλεθρος, θα οδηγείτο στην πρώτη επιλογή. Το κείμενο αυτό συνέβαλε στη μετεξέλιξη της αμερικανικής στρατηγικής επί προεδρίας Κένεντι από τη μαζική στην ευέλικτη ανταπόδοση, που προέβλεπε διαβαθμίσεις στην αμερικανική αντίδραση σε σοβιετικές επεκτατικές κινήσεις μεταξύ των άκρων της υποχώρησης και της μαζικής πυρηνικής επίθεσης.

Μετά την επιτυχία του «Nuclear Weapons and Foreign Policy», ο Κίσινγκερ εξελέγη λέκτορας στο τμήμα Διακυβέρνησης του Χάρβαρντ και διορίστηκε υποδιευθυντής του Κέντρου Διεθνών Υποθέσεων. Το 1959 μονιμοποιήθηκε στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή, αποκτώντας έτσι μεγαλύτερη ελευθερία να κινείται μεταξύ των χώρων της ακαδημαϊκής δραστηριότητας και της πρακτικής πολιτικής. Πολλά από όσα παρατήρησε στην αμερικανική πολιτική, βέβαια, του δημιουργούσαν αποστροφή, εξ ου και η ρήση του ότι το 90% των πολιτικών δίνει κακό όνομα στο υπόλοιπο 10%. Παρ’ όλα αυτά, η εμπλοκή στην πρακτική πολιτική τού ασκούσε έντονη γοητεία.

Εμπλοκή με την πολιτική και αξιοποίηση από τις κυβερνήσεις Κένεντι, Τζόνσον, Νίξον

Τις πιο στενές σχέσεις στον χώρο της πολιτικής από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ώς το 1968 ανέπτυξε ο Κίσινγκερ με τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Νέλσον Ροκφέλερ, έναν από τους πλουσιότερους Αμερικανούς της εποχής. Ως εκ τούτου, ο Κίσινγκερ, που ολοκλήρωσε την εφηβεία του στην περιθωριακή εβραϊκή γειτονιά Washington Heights της Νέας Υόρκης, ήρθε σε επαφή όχι μόνο με την πολιτική σκηνή αλλά και με την πιο πολυτελή όψη της ελίτ της μεγαλύτερης και λαμπρότερης πόλης των ΗΠΑ. Ο Ροκφέλερ ανήκε στην κεντροαριστερή και διεθνιστική πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Οταν διεκδίκησε το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 1960, ο Κίσινγκερ ήταν ο σημαντικότερος σύμβουλός του σε θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Τελικά, το χρίσμα πήρε ο Νίξον, που όμως ηττήθηκε από τον Κένεντι στις εκλογές του Νοεμβρίου 1960.

Οι κυβερνήσεις Κένεντι (1961-63) και Τζόνσον (1963-69) αξιοποίησαν τον Κίσινγκερ κατ’ επανάληψη ως ειδικό στη γερμανική πολιτική. Ως εξωτερικός συνεργάτης τους, ο Κίσινγκερ είχε συνομιλίες με πολλά μέλη της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας και οι εκθέσεις του αποτελούν συναρπαστική πηγή για τις αντιλήψεις και τις φοβίες των Γερμανών της εποχής σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις.

Το 1967 ο Κίσινγκερ ήταν ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ στις διερευνητικές συνομιλίες στο Παρίσι με τον εκπρόσωπο του Βόρειου Βιετνάμ Μάι Βαν Μπο, για διέξοδο από τον πόλεμο του Βιετνάμ, όπου η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή από τις αρχές του 1965 είχε περιέλθει σε τέλμα. Πηγές του Βόρειου Βιετνάμ έχουν πλέον αποκαλύψει ότι το Ανόι δεν είχε καμία πρόθεση να δεχθεί συμβιβαστική λύση και ότι συμμετείχε στις «διαπραγματεύσεις» μονάχα για λόγους νομιμοποίησης και για να εκμαιεύσει βραχυπρόθεσμα διαλείμματα στους αμερικανικούς βομβαρδισμούς. Παράλληλα με την εμπλοκή του στην εξωτερική πολιτική, ο Κίσινγκερ διενεργούσε το διεθνές θερινό σεμινάριο του Χάρβαρντ, που προσείλκυε επιστήμονες και πολιτικούς από πολλές χώρες, προσφέροντάς του ευρεία δικτύωση εντός και εκτός των ΗΠΑ.

Το 1964 ο Ροκφέλερ διεκδίκησε ξανά το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών έχοντας τον Κίσινγκερ στο πλευρό του. Το χρίσμα πήρε όμως ο Μπάρι Γκόλντουατερ, που ηττήθηκε συντριπτικά από τον πρόεδρο Τζόνσον. Το 1968 ο Ροκφέλερ προσπάθησε για τρίτη φορά να πάρει το χρίσμα. Το γεγονός ότι ο Κίσινγκερ ήταν πάλι μαζί του οδήγησε τον βιογράφο του Niall Ferguson να συμπεράνει ότι γνώριζε καλύτερα τη γερμανική παρά την αμερικανική εσωτερική πολιτική – ο Ροκφέλερ κατά τα φαινόμενα δεν είχε το απαραίτητο δαιμόνιο για να αναρριχηθεί στο ύπατο αξίωμα των ΗΠΑ.

Οταν ο Νίξον κέρδισε τις εκλογές του 1968, γνώριζε ότι ο Κίσινγκερ τον είχε επικρίνει κατά καιρούς. Απεχθανόταν επίσης το Χάρβαρντ, το διανοητικό κέντρο του μισητού, για τον ίδιο, «βορειοανατολικού κατεστημένου», που τον σνόμπαρε κοινωνικά. Διέγνωσε, ωστόσο, τις ικανότητες του Κίσινγκερ και τις συγκλίνουσες αντιλήψεις τους για τη διεθνή πολιτική και ως εκ τούτου τον εξέπληξε διορίζοντάς τον στο καίριο πόστο του συμβούλου εθνικής ασφαλείας στον Λευκό Οίκο.

* Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ