ΕΛΛΑΔΑ

Τιμώντας μία ηρωίδα της Αντίστασης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Η Σύλβια Ιωαννίδου τότε (τέλη δεκαετίας ’40) και τώρα, πλαισιωμένη από την οικογένειά της και υψηλούς προσκεκλημένους, στην εκδήλωση της Τετάρτης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πάντα στον νου σας να έχετε την Ελλάδα...». Από το στόμα της Σύλβιας Αποστολίδου - Ιωαννίδου, 94 ετών, όρθιας στο βήμα της αίθουσας «Παρνασσός» στην πλατεία Καρύτση, η φράση είχε ειδικό βάρος. Η κ. Ιωαννίδου, που τιμήθηκε την περασμένη Τετάρτη από την Παναθηναϊκή Οργάνωση Γυναικών και από τον Σύνδεσμο 1974, παρουσία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, της συζύγου τού Προέδρου της Δημοκρατίας και πολλών κορυφαίων στελεχών της Ν.Δ., είναι μία από τις άγνωστες ηρωίδες της Αντίστασης. Είναι μία γυναίκα, μεταξύ πολλών που παραμένουν ανώνυμες, που «δεν διαλάλησε ή διεκδίκησε δάφνες για την αντιστασιακή της δράση», όπως το έθεσε στην ομιλία της στην εκδήλωση η πρώην πρόεδρος της Βουλής Αννα Ψαρούδα - Μπενάκη. 

Η νεαρή Σύλβια, κόρη ευκατάστατης αθηναϊκής οικογένειας, αποφοιτά από το Αρσάκειο και, το 1942, σε ηλικία 18 ετών, «τη συνεπαίρνει το δράμα της χώρας», όπως είπε η κ. Ψαρούδα-Μπενάκη. Οπως αφηγείται στην «Κ», μια τυχαία επίσκεψη ενός αξιωματικού των Βρετανών στο σπίτι της για να ενημερώσει την οικογένειά της για την τύχη της αδελφής της (εργαζόταν στη βρετανική πρεσβεία και είχε φυγαδευθεί στην Αίγυπτο), οδηγεί στη σύνδεσή της με τη Force 133 –τη φημισμένη βρετανική μονάδα δολιοφθορών– με την κωδική ονομασία «Πατ». 

Το διαμέρισμα όπου διέμενε, στην οδό Ακαδημίας 4, που ήταν το οδοντιατρείο του πατριού της, έγινε καταφύγιο Βρετανών. Τα περιστατικά τρόμου ήταν πολλά. Μια φορά, οδηγούσε δύο νεοαφιχθέντες Βρετανούς αξιωματικούς από το βουνό προς την Αθήνα, όταν τους σταμάτησε μια γερμανική περίπολος. Οι επιβάτες, θυμάται, είχαν παγώσει από τον φόβο. Η «Πατ» έδωσε στους δύο στρατιώτες ένα μπουκάλι κονιάκ, κι αυτοί άφησαν το αυτοκίνητο να συνεχίσει τον δρόμο του. Τον Φεβρουάριο του 1944 φυγάδευσε τέσσερις Βρετανούς στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από τρένο που τους οδηγούσε ως αιχμαλώτους στη Γερμανία.

Με την πάροδο του χρόνου, τα καθήκοντά της διευρύνθηκαν. Εγινε επικεφαλής της Force 133 στην Αττική, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων την παραλαβή όπλων και πυρομαχικών που έρχονταν από το βουνό και τη διανομή τους στις οργανώσεις. Ο οπλισμός φυλασσόταν σε έναν χώρο στα Πετράλωνα. Οπως αφηγείται η κ. Ιωαννίδου, είχε θέσει υπεύθυνο για τη φύλαξη τον γνωστό τότε παλαιστή Χάρη Καρπόζηλο. «Του είχα πει: “Πρόσεξε καλά, τσιγάρα και τέτοια, μη γίνουν τα Ανω Πετράλωνα άνω-κάτω Πετράλωνα”». Ελαβε και η ίδια έναν βαθμό επιχειρησιακής εκπαίδευσης, μαθαίνοντας τη χρήση ωρολογιακών μηχανισμών για βόμβες.

Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Νεοζηλανδό μηχανικό Τομ Μπαρνς, αρχιτέκτονα της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου. «Είχαμε πολύ στενή συνεργασία αλλά μη φανταστείς κάτι άλλο!», λέει γελώντας στην «Κ» η κ. Ιωαννίδου, την οποία συναντήσαμε την επόμενη μέρα. «“Είμαι αρραβωνιασμένος”, μου είχε πει. “Κι εγώ”, απάντησα. Ημουν ήδη με τον Παύλο (σ.σ.: τον μέλλοντα σύζυγό της Π. Ιωαννίδη, αντιστασιακό, πιλότο της RAF και μετέπειτα στενό συνεργάτη του Αριστοτέλη Ωνάση)».   

Καταδίκη σε θάνατο

Οι κατοχικές δυνάμεις αντιλήφθηκαν την ύπαρξη της νεαρής κατασκόπου ονόματι «Πατ» – χωρίς να γνωρίζουν την ταυτότητά της. Ενημερωμένη από τον Αγγελο Εβερτ, επιχείρησε να διαφύγει για το Κάιρο, αλλά το πρωί της ημέρας που θα έφευγε, στις 14 Ιουνίου του 1944, οι Γερμανοί εισέβαλαν στο διαμέρισμα στην οδό Ακαδημίας.

Εδωσε τότε το σύνθημα και η βοηθός του οδοντιάτρου πατριού της πέταξε ένα πακέτο με έγγραφα της Force 133 στον φωταγωγό: «Εκεί κρατούσε ο κυρ-Νίκος ο θυρωρός δύο κοτούλες. Τη στιγμή που έριξαν το φως των φακών τους οι Γερμανοί, η μία κότα αναπήδησε και κάθισε πάνω στα έγγραφα. Και έτσι δεν τα βρήκαν».

Συνελήφθη, ανακρίθηκε, και εστάλη στις ανδρικές φυλακές Αβέρωφ, χωρίς να ομολογήσει τίποτα. Καταδικάστηκε σε θάνατο και, στις 8 Σεπτεμβρίου, βρέθηκε στο ίδιο καμιόνι, στον δρόμο για το απόσπασμα, με τη θρυλική Λέλα Καραγιάννη: «Ημαστε στο Δαφνί και περιμέναμε το χάραμα. Ημουν η πρώτη που φώναξαν έξω. Μου είπε: Ψηλά το κεφάλι. Είσαι Ελληνίδα. Μην αφήσεις τα γουρούνια να σε δουν να φοβάσαι». Την τελευταία στιγμή, ένα τηλεφώνημα της έσωσε τη ζωή. Αργότερα έμαθε ότι ήταν επειδή θύμιζε έντονα στον Αυστριακό ανακριτή της –που είχε τη φήμη του πιο βάναυσου– την κόρη του.

Στο Κάιρο

Μετά την Απελευθέρωση, κυνηγημένη από τον ΕΛΑΣ, διέφυγε με βρετανικό αεροπλάνο στο Κάιρο, όπου παρέμεινε για δέκα μήνες. Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες της πρότειναν να αναλάβει πόστο στην Απω Ανατολή, αλλά απέρριψε την πρόταση. Το 1956, μετά τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου στην Κύπρο, επέστρεψε –μαζί με τον σύζυγό της– το παράσημο ανδρείας που της είχε απονείμει ο Βρετανός βασιλιάς. Δραστηριοποιήθηκε με διάφορους τρόπους στην ΕΡΕ και στη Νέα Δημοκρατία – πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τις θέσεις εξουσίας. 

«Θα συνεχίζω να προσφέρω όσο κρατήσει το νήμα της ζωής μου», είπε στην εκδήλωση της Τετάρτης η κ. Ιωαννίδου. Σε ερώτηση της «Κ» τι διδάγματα προκύπτουν από τους αγώνες εκείνων των ημερών για τη σημερινή εποχή, απάντα: «Οι περισσότεροι Ελληνες τότε δεν ήθελαν να ακούσουν ή να ανακατευθούν με την Αντίσταση. Λίγοι ήταν αυτοί που είχαν πραγματικά ξεσηκωθεί. Ετσι και σήμερα: για να πάει καλά η πατρίδα, πρέπει αυτοί που την αγαπούν να δώσουν το “παρών”, να παλέψουν γι’ αυτήν». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ