ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αλήθεια είναι πως οι περισσότερες ταινίες μυθοπλασίας με αθλητικό περιεχόμενο, διεθνώς, είναι από μέτριες μέχρι κακές. Για κάποιο λόγο, η ένταση και η συγκίνηση των σπουδαίων αθλητικών συναντήσεων είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφερθούν κινηματογραφικά – είναι σαν η μαγεία του αγώνα να χάνεται ακριβώς με τη λήξη της ζωντανής μετάδοσης. Υπό αυτή την έννοια, το «1968», η νέα ταινία του Τάσου Μπουλμέτη που θα δούμε από την επόμενη Πέμπτη στις αίθουσες, αποτελεί εξαρχής επιτυχία.

Ο σκηνοθέτης της «Πολίτικης Κουζίνας» και του «Νοτιά» καταπιάνεται αυτή τη φορά με μια άλλη μεγάλη του αγάπη, την ΑΕΚ, σε μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας της: τον επικό τελικό του Κυπέλλου Ευρώπης μπάσκετ που διεξήχθη στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο το 1968, κόντρα στη Σλάβια Πράγας. Διαχειρίζεται δε το θέμα, χωρίζοντας επιτυχημένα την ταινία σε δύο κομμάτια που αλληλοσυμπλέκονται. Από τη μια εκείνο του ντοκιμαντέρ, με τα ντοκουμέντα της εποχής και βέβαια τη μοναδική περιγραφή του Βασίλη Γεωργίου και από την άλλη μικρές μυθοπλαστικές ιστορίες, οι οποίες εξελίσσονται στη διάρκεια της ιστορικής εκείνης βραδιάς.

Ο Ορφέας Αυγουστίδης, ένας από τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, μας μιλάει για την εμπειρία του. «Η αλήθεια είναι πως η ισορροπία μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, αν και πολύ δύσκολη, εδώ λειτουργεί καλά χάρη στον Τάσο Μπουλμέτη. Στα γυρίσματα το περιβάλλον είχε βέβαια αρκετή ΑΕΚ, μια και πολλοί από τους συντελεστές ήμασταν ΑΕΚτζήδες, μιλάμε όμως καθαρά για κλίμα ταινίας, όχι παρέας που πάει στο γήπεδο. Περισσότερο για μένα είχε σημασία να μπω στην ατμόσφαιρα της εποχής και στον ρόλο ενός παιδιού λαϊκής τάξης που ζει το γεγονός με τον δικό του τρόπο». Στην ταινία ο Αυγουστίδης υποδύεται έναν νεαρό σερβιτόρο, ο οποίος, χωρίς να το πολυθέλει, έχει τάξει γάμο στην αγαπημένη του (Βασιλική Τρουφάκου), με την προϋπόθεση όμως η ΑΕΚ να κατακτήσει το Κύπελλο.


Ο Ορφέας Αυγουστίδης υποδύεται έναν νεαρό που έχει τάξει γάμο στην αγαπημένη του μόνο αν νικήσει η ΑΕΚ.

Ο ίδιος ο 32χρονος ηθοποιός έχει τη δική του σχέση με την ομάδα: «Εγώ την ΑΕΚ τη γνώρισα στη δεκαετία του ’90, όταν πρωτοπήγα και στο γήπεδο. Ποτέ δεν έγινα οπαδός, δεν έσπασα, δεν τσακώθηκα για εκείνη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η αγάπη μου και η αφοσίωση για την ομάδα δεν είναι ολοκληρωτική». Το σημερινό βέβαια φιλαθλο-οπαδικό κλίμα δεν συγκρίνεται καθόλου με εκείνο του 1968. «Εννοείται πως τότε τα πράγματα δεν ήταν τόσο πολωμένα, στο Καλλιμάρμαρο υπήρχαν άλλωστε και φίλαθλοι άλλων ομάδων που υποστήριζαν την ΑΕΚ. Από την άλλη και το μπάσκετ ήταν σχετικά άγνωστο, εξωτικό φρούτο, το οποίο οι περισσότεροι δεν γνώριζαν». Πώς μπαίνει όμως κανείς στο συναισθηματικό πλαίσιο εκείνων των ανθρώπων; «Δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι. Εδώ εμείς εκστασιαστήκαμε όταν πήραμε το Euro. Τότε κάτι τέτοιο ήταν πρωτοφανές για οποιονδήποτε σύλλογο».

Οι περίπου 80.000 που βρίσκονταν εκείνη τη μέρα στο Στάδιο –κι άλλοι περίπου 20.000 απέξω– έζησαν μια μοναδική εμπειρία, όμως για τους υπόλοιπους ήταν η ραδιοφωνική περιγραφή εκείνη που έμεινε αξέχαστη. «Είναι οπωσδήποτε άλλη η μαγεία τού να ακούς το ματς στο ράδιο, σε οποιαδήποτε εποχή. Εγώ το έχω κάνει παρά πολλές φορές, το έκανα συχνά και στο σχολείο. Επειτα από 10 λεπτά είναι σαν να το βλέπεις...» λέει χαρακτηριστικά ο Ορφέας Αυγουστίδης.

Ενα άλλο από τα σημαντικά στοιχεία της ταινίας του Μπουλμέτη είναι το πώς συμπλέκει τον σπουδαίο αγώνα με το ιστορικό κάδρο της εποχής, αλλά και του ιδιαίτερου παρελθόντος του συλλόγου. «Αν το σκεφτείς, ένα τεράστιο κομμάτι του σημερινού πληθυσμού της Ελλάδας έχει ρίζες προσφυγικές. Από την άλλη, η γέννηση της Ενωσης, όπως εικονίζεται στο φιλμ, έχει συγκινησιακό βάρος, ακόμη και για κάποιον που δεν είναι ΑΕΚτζής. Και τα υπόλοιπο ιστορικό υπόβαθρο, όμως, πιστεύω πως μπαίνει με γλυκό τρόπο, χωρίς να εκβιάζεται».

​​Ο Ορφέας Αυγουστίδης παίζει αυτό τον καιρό στην παράσταση «7 Χρόνια» του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, στο θέατρο Αποθήκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ