ΕΛΛΑΔΑ

«Τα νιάτα θέλουν νιάτα, δεν δουλεύουν με γέρους»

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Συνήθως, οι φροντιστές δένονται με τους ηλικιωμένους, αφού περνούν αρκετά χρόνια μαζί. Για τους ίδιους, κάθε θάνατος είναι ένας δύσκολος αποχαιρετισμός...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η «Νέα Θάλπη» είναι μια σύγχρονη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων στον Αγιο Στέφανο Αττικής. Τόσο σύγχρονη που έχει και δικό της μπλογκ. Εκεί διαβάσαμε πριν από λίγες ημέρες μια ιστορία με ηρωίδα μια φιλοξενούμενη της μονάδας, την κυρία Ντίνα, η οποία κάθε φορά που υπήρχε προγραμματισμένο ραντεβού για συνέντευξη υποψήφιας νοσηλεύτριας με τον διευθυντή, ντυνόταν και στολιζόταν σαν να περίμενε η ίδια μουσαφίρη. Και κάθε φορά απογοητευόταν γιατί η υποψήφια είτε ακύρωνε τη συνέντευξη είτε δεν εμφανιζόταν ποτέ.

Δεν ήταν μια απόλυτα φανταστική ιστορία. Οπως προκύπτει, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων είναι η ανεύρεση προσωπικού, με ό,τι επιπτώσεις έχει αυτό στους γέροντες. «Είναι απλό, δεν θέλουν οι μανάδες να κάνουν οι κόρες τους αυτή τη δουλειά» λέει –μισοαστεία μισοσοβαρά και σίγουρα κάπως πικρά– στην «Κ» ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων Στέλιος Προσαλίκας (οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80% των φροντιστών). «Οι απόφοιτοι των σχολών προτιμούν τη λύση μιας νοσοκομειακής θέσης που θεωρείται πιο εύκολη και πιο σίγουρη. Γι’ αυτό μεγάλο μέρος των γυναικών οικονομικών μεταναστών, προσφύγων και παλιννοστούντων που παίρνουν άδεια παραμονής πιάνουν δουλειά σε τέτοιες δομές. Πρόκειται για γυναίκες πολλές από τις οποίες έχουν τέτοια πτυχία από τις χώρες τους, κάποιες είναι και γιατρίνες».

Το πρόβλημα είναι διαχρονικό, παρατηρεί ο Δημήτρης Καμπανάρος διευθυντής και ιδιοκτήτης από το 2006 της «Νέας Θάλπης» και μέλος του Δ.Σ. της ΠΕΜΦΗ. «Το 2006 που ανοίξαμε την επιχείρηση, σχεδόν αμέσως συνειδητοποιήσαμε πόσο δύσκολο ήταν να βρούμε προσωπικό, είτε βοηθούς νοσηλευτών διετούς φοιτήσεως, είτε νοσηλευτές τετραετούς φοιτήσεως –ακόμα πιο σπάνιο–, είτε απλούς πρακτικούς νοσοκόμους χωρίς πτυχίο, που όλοι λίγο πολύ θα εκτελούσαν τα καθήκοντα του φροντιστή ηλικιωμένων». Σύμφωνα με τον νόμο, μια μονάδα μπορεί να λειτουργήσει σε όλη τη νοσηλευτική ιεραρχία αποκλειστικά με βοηθούς νοσηλευτές διετούς φοιτήσεως (δηλαδή από ΙΕΚ, ΤΕΕ Β΄ Κύκλου, ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ του ΟΑΕΔ, ΕΠΑΣ του υπουργείου Υγείας, ΤΕΛ).

«Είναι χαρακτηριστικό ότι προ κρίσης, το 2008, την καλύτερη χρονιά της μονάδας, απορρίπταμε υποψήφιους πελάτες γιατί με το υπάρχον προσωπικό, 55 άτομα τότε, μπορούσαμε να προσφέρουμε καλές υπηρεσίες μέχρι τον αριθμό των 145 φιλοξενουμένων (σ.σ. η μονάδα είναι δυναμικότητας 200 κλινών – σήμερα φιλοξενεί 108 ηλικιωμένους). Δηλαδή “διώχναμε” κόσμο γιατί δεν βρίσκαμε επιπλέον προσωπικό». Οπως αναφέρουν, το πρόβλημα έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια με τη «διαρροή» νοσηλευτών στο εξωτερικό λόγω κρίσης.

Γιατί όμως δεν θέλει κανείς να κάνει αυτή τη δουλειά; «Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό» εξηγεί ο κ. Καμπανάρος. «Τα περισσότερα προγράμματα σπουδών των σχολών δεν χτίζουν εγκαίρως γέφυρα επικοινωνίας των σπουδαστών με την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα να μην έχουν οι σπουδαστές ρεαλιστική εκτίμηση για το καθηκοντολόγιό τους. Ετσι απογοητεύονται πολύ εύκολα, βιώνουν έντονη ματαίωση και παραίτηση. Πολλοί για πρώτη φορά τότε συνειδητοποιούν πόσο δύσκολο είναι το επάγγελμα που επέλεξαν και για το οποίο μόχθησαν να πάρουν πτυχίο. Το ποσοστό αυτών που παραιτούνται είναι μεγάλο. Πολλοί κουράζονται σωματικά και ψυχικά, άλλοι πάλι αναζητούν μια εργασία πιο εύκολη με πιο στρωτό ωράριο, ακόμα και με λιγότερα χρήματα, ή αναζητούν μεγαλύτερες απολαβές». Ενας νέος φροντιστής θα λάβει περί τα 700 ευρώ.

Διάθεση για προσφορά

Η Θωμαή Βέιτου δεν τα έχει παρατήσει πάντως. Είναι 29 ετών και εργάζεται από τα 22 της, με το που τελείωσε το ΙΕΚ, σε Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων στην Αθήνα. «Είναι πράγματι πολύ δύσκολη δουλειά» λέει στην «Κ». «Σε καταπονεί και σωματικά και ψυχικά. Σκεφτείτε ότι υπάρχουν γιαγιάδες και παππούδες κατάκοιτοι που εμείς πρέπει να σηκώσουμε, να τους κάνουμε μπάνιο, να τους ταΐσουμε, να τους ντύσουμε. Υπάρχουν άνθρωποι με άνοια που θέλουν μεγάλη υπομονή στον χειρισμό. Δεν είναι εύκολο καμιά φορά να αντέξεις μια άσχημη συμπεριφορά. Συνήθως τα κορίτσια που έρχονται διαμαρτύρονται για τη σωματική κούραση. Πράγματι, μετά τη βάρδια θες ένα τρίωρο στο σπίτι μέχρι να συνέλθεις. Εχω δει κοπέλες να έρχονται, να κάθονται μια εβδομάδα και να φεύγουν. Γιατί έμεινα εγώ; Είναι να το έχεις, να θες να προσφέρεις στον άλλο».

Το κόστος για τους εργαζομένους είναι μεγάλο και όταν χρειάζεται να «αποχαιρετήσουν» κάποιον φιλοξενούμενο. «Είναι μέσα στη δουλειά. Δενόμαστε με τους ηλικιωμένους, με πολλούς είμαστε μαζί για αρκετά χρόνια. Οσο περνάει ο καιρός, μαθαίνεις να οχυρώνεσαι, αλλά στους περισσότερους θανάτους κλαις».

Η διαρκής εναλλαγή προσωπικού επιβαρύνει φυσικά και τους ίδιους τους ηλικιωμένους. «Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου στηρίζεται κατεξοχήν στο χτίσιμο μιας σχέσης εμπιστοσύνης και οικειότητας» λέει ο κ. Καμπανάρος (έχει πτυχίο Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, με διδακτορικό Γεροντολογίας από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης). «Ο ηλικιωμένος δένεται με τον φροντιστή του. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι ηλικιωμένοι νιώθουν υπεύθυνοι για την αποχώρηση ενός εργαζομένου, επειδή για παράδειγμα είχαν πολλές απαιτήσεις. Η αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται μεταξύ τους είναι βαθιά και συχνά εξαρτητική». Οπως λέει, όταν μαθαίνουν ότι η μονάδα αναζητεί προσωπικό και δεν βρίσκει, ότι οι υποψήφιοι δεν εμφανίζονται ή εγκαταλείπουν μετά λίγες ώρες, αισθάνονται απόρριψη.

«Οταν θες στοργή, φέρεσαι με καλοσύνη»

Η κυρία Μαρία είναι 86 ετών, υγιέστατη, με εξαίρεση τα αναμενόμενα προβλήματα της ηλικίας της, και λαλίστατη. Ζει στη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων «Νέα Θάλπη» εδώ και έναν χρόνο και δύο μήνες. «Πριν ήμουν στο σπίτι μου, αλλά μετά που πέθανε ο άνδρας μου η μοναξιά δεν ήταν εύκολη. Ηταν μεγάλο το σπίτι, ποιος θα το άνοιγε, ποιος θα το έκλεινε; Κι εγώ χρειαζόμουν φροντίδα». Παιδιά δικά τους δεν είχαν, είχαν όμως ανίψια και αδέρφια, τα οποία όμως είναι σκορπισμένα ανά την Ελλάδα – κανείς στην Αθήνα. Οικογένειά της τον τελευταίο χρόνο οι άλλοι φιλοξενούμενοι του γηροκομείου και βέβαια οι φροντιστές τους. «Φυσικά αναπτύσσουμε σχέσεις με τους φροντιστές, δεν μπορείς να ζήσεις αλλιώς. Εχεις απόλυτη ανάγκη να είναι κοντά σου». Παρατηρεί με αγωνία ότι δυσκολεύεται η μονάδα να βρει νέο κόσμο να δουλέψει. «Εχω υπάρξει μπροστά όταν παίρνουν τηλέφωνο υποψήφιες και λένε λυπούμαστε, δεν θα έρθουμε. Είναι λίγο δύσκολη η δουλειά, το ξέρω. Τα νιάτα θέλουν νιάτα. Με τους γέρους μόνο αν έχουν απόλυτη ανάγκη θα δουλέψουν. Εμείς οι ηλικιωμένοι έχουμε απαιτήσεις. Αν και φροντίζουμε να μην τους δημιουργούμε δυσκολίες. Οταν θέλεις τη στοργή, φέρεσαι με καλοσύνη».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ