ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η γραμματική της Κυριακής

Τάσος Κουδούνης

Η Δευτέρα είναι η κόρη της Κυριακής. Σέρνει πάντα εκείνο το στρυφνό ύφος του κυριακάτικου απογεύματος, του γεμάτου μελαγχολία και στείρα προσμονή. Ποτέ δεν θα δεις πιο αγριεμένο το βλέμμα των ανθρώπων όπως αυτό της Δευτέρας, νωρίς το πρωί. Είναι σαν να στέκεσαι στην αρχή μιας απότομης σκάλας. Η Τρίτη που ακολουθεί είναι σαν να το έχεις πάρει απόφαση πως «κοίτα, φίλε, κολύμπα...». Η Τετάρτη, άχρωμη και άοσμη, περνάει χωρίς να τη θυμάσαι ποτέ. Το έχουν και οι συλλαβές της λέξης. Τε-τά-ρτη. Τρία Τ στυγνά και ξερά, που παραπέμπουν στον τέτανο.

Η Πέμπτη αφήνει ένα φως δειλά να φανεί από τη χαραμάδα. Έχει ένα Π και ένα Μπ που είναι αρκετά ζεστά και πομπώδη, και αγκαλιάζουν τα σύμφωνα με πιο γλυκό τρόπο. Είσαι στο μέσον της εβδομάδας και λες πως έφτασα στη μέση. Είμαστε καλά...

Η Παρασκευή παρασκευάζει το Σαββατοκύριακο, ειδικά μετά το μεσημέρι είναι σαν ξεκινούν τα προεόρτια. Φαντάζει σαν καμάρα παρένθεσης από την ασπίδα του θριάμβου... Οι σερβιτόροι στα μαγαζιά το βράδυ της Παρασκευής το έλεγαν μικρό Σάββατο.

Ε, το Σάββατο!!! Όπως και να έχει, είμαστε γιορτινοί. Πετάς τις προηγούμενες μέρες σαν άμμο πίσω σου, σκάβοντας μια λακκούβα στην ακροθαλασσιά, όλο ανεμελιά. Τα δύο Β που περιέχει είναι σαν φουσκωμένα πανιά στο καράβι του Οδυσσέα. Η Παρασκευή γέμιζε αποβραδίς τους ασκούς με μπόλικο αέρα. Βέβαια, εδώ έχουμε το χάσμα των γενεών που κάποιοι από εμάς πρόλαβαν το Σάββατο να πηγαίνουν σχολείο ή στη δουλειά οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία.

Και ακολουθεί η περίλαμπρη Κυριακή! Διαρκεί η λάμψη της μέχρι το απόγευμα, γιατί μετά γίνεται μουντό και μολυβένιο. Το πρωινό της Κυριακής σέρνει το ξεφάντωμα του Σαββάτου. Οι προσδοκίες κάνουν πάρτι. Το πρωινό και το μεσημέρι της είναι τόσο γλυκά, επειδή είναι μικρά σε διάρκεια. Έχεις καταχωνιάσει τη σχολική τσάντα, για την ακρίβεια πετάξει με μίσος, και πας να χωθείς στη σπηλιά του παπλώματος των γονιών σου που χουζουρεύουν.

Μετά από λίγο, ο μπαμπάς, καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας με τσιγάρα, καφέ και δελτία ΠΡΟ-ΠΟ, οργανώνει το μοναδικό δεκατριάρι της Κυριακής. Μικρός ήθελα να γίνω ιδιοκτήτης πρακτορείου, γιατί έβρισκα υπέροχο που χτυπούσαν εκείνη τη βαριά σφραγίδα πάνω στις ταινίες των δελτίων. Η μαμά σκορπίζει στο σπίτι μυρωδιές από κανέλα και μπαχάρι μαγειρεύοντας κοκκινιστό. Χαρές, παιχνίδια μέχρι να ανακοινωθεί πως θα πάμε κάπου βόλτα σε κάποιο φιλικό σπίτι και θα παίξουμε με τα άλλα παιδιά.

Και έρχεται το απόγευμα... Ο μπαμπάς σκίζει με απογοήτευση τα δελτία γιατί δεν έπιασε τίποτα. Και η μαμά μάς πιέζει να διαβάσουμε τα μαθήματά μας, ώσπου έχει πια σκοτεινιάσει και η μελαγχολία πλακώνει το στήθος σαν πλάκα μαρμάρου. Τα πρώτα καμπανάκια απόσυρσης είναι ο ήχος από το σήμα της «Αθλητικής Κυριακής». Μετά, η αργόσυρτη φωνή του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου από την περιγραφή της ταινίας στην «Κινηματογραφική λέσχη». Τελείωσαν τα ψέματα, πάμε για ύπνο. Μόνο κάποια Κυριακή που ακολουθούσε αργία μάς άφηναν να «ξενυχτήσουμε» και σε μια τέτοια, στην «Κινηματογραφική λέσχη» είδαμε τον Πίτερ Σέλερς στην τελευταία του ταινία, «Καληνύχτα, κύριε Τσανς» – ο αγγλικός τίτλος «Being there». Μαγεία... Ο μοναχικός τύπος γεμάτος αθωότητα και άγνοια του τι συμβαίνει γύρω του.

Όταν έφτασα στο λύκειο, είχα τόσο φθόνο για τον αδερφό μου που είχε περάσει στο πανεπιστήμιο και έρχονταν οι φίλοι του στο σπίτι το βράδυ της Κυριακής για να τον πάρουν για έξω και εγώ έπρεπε να πάω για ύπνο. Η μόνη σωτηρία ήταν το καλοκαίρι που δεν υπήρχαν μέρες, χρόνος, υποχρεώσεις. Όλη η ζωή ήταν μια μπάλα, ένα ποδήλατο και ένα σακουλάκι μπίλιες.

Το μόνο που μας έσωζε καμιά φορά και παίρναμε παράταση χρόνου ήταν κάποια απρόβλεπτα χτυπήματα του θυροτηλεφώνου, Κυριακή βράδυ, από οικογενειακούς φίλους που έκαναν έφοδο... Ξέρετε, τότε που δεν χρειαζόταν να πάρεις τηλέφωνο για να σε δεχθούν. Πήγαινες έτσι, χωρίς παρεξήγηση. Being there... Μακάρι να ήμαστε «εκεί».  ■

* Ο Τάσος Κουδούνης είναι επιχειρηματίας και συγγραφέας. Η συλλογή διηγημάτων του «Η αμηχανία του ασανσέρ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κεντρί.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ