ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλότερο χρέος, μεγαλύτερο «μαξιλάρι» ασφαλείας

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υποδείξεις σε δύο κατευθύνσεις απευθύνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, στην οποία διαπιστώνει ελαφρά επιδείνωση των προοπτικών, σε σύγκριση με τον περασμένο Ιούνιο: Στην Ελλάδα, για περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιοκτησία του προγράμματος και στο Eurogroup για επιπλέον ελάφρυνση του χρέους.

Ως προς το χρέος, συστήνει, ειδικότερα, παράταση ωριμάνσεων και περιόδων χάριτος για κεφάλαιο και τόκους, συν την επιστροφή των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα (SMP και ANFAs), ώστε να καταστούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες βιώσιμες.

Οπως σημειώνει, υπάρχουν «σοβαρές ανησυχίες σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους».

Σημειώνει, επίσης, ότι υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που προβλέπονται για πολλές δεκαετίες, καθώς και κίνδυνοι λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Η αναθεώρηση προς τα πάνω της εκτίμησης της Κομισιόν για το δημόσιο χρέος έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφώνονται αντίστοιχα σε υψηλότερα επίπεδα οι χρηματοδοτικές ανάγκες και να τίθεται ενδεχομένως θέμα δημιουργίας μεγαλύτερου «μαξιλαριού» ασφαλείας ώς το τέλος του προγράμματος.

Σύμφωνα με την ανάλυσή της, στην έκθεση συμμόρφωσης, το «μαξιλάρι» των 10,2 δισ. ευρώ που υπολογίζεται να διαμορφωθεί στο τέλος του προγράμματος (από τα 18,4 δισ. ευρώ των επόμενων δόσεων) φτάνει για την κάλυψη των αναγκών λιγότερων από 10 μηνών μετά τον Αύγουστο του 2018. Για την κάλυψη 12 μηνών χρειάζονται 17 δισ. ευρώ, ώς το τέλος του 2019 θα απαιτηθούν 20,3 δισ. ευρώ και ώς το τέλος του 2020 περίπου 30 δισ. ευρώ. Σημειώνεται, πάντως, ότι το «μαξιλάρι» ώς το τέλος του προγράμματος θα ενισχυθεί από τις εξόδους στις αγορές το προσεχές διάστημα (το υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να αντλήσει 6-9 δισ. ευρώ). Η Κομισιόν επισημαίνει ότι αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω από τα έσοδα αποκρατικοποιήσεων.

Το βασικό σενάριο της Κομισιόν προβλέπει ότι το χρέος θα είναι 179,9% του ΑΕΠ φέτος, θα υποχωρήσει στο 172,3% του ΑΕΠ το 2019, στο 165% το 2020, στο 127,2% το 2030, στο 113,5% το 2040, στο 104,3% το 2050 και θα υποχωρήσει στο 96,4% το 2060. Το σενάριο αυτό βασίζεται σε παραδοχές για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, 2019 και 2020 και 2,2% του ΑΕΠ στη συνέχεια ώς το 2060 και σε πρόβλεψη για ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης 3,4% το 2018, 4,1% το 2019, 4% το 2020, 3,3% το 2030, 3,2% το 2040, 3,3% το 2050 και το 2060. Επίσης, βασίζεται σε παραδοχή για επιτόκια αναχρηματοδότησης 3,5% φέτος, 4,1% το 2019, 4,4% το 2020, 5,2% το 2030, 5% το 2040, 4,7% το 2050 και 4,5% το 2060.

Στο σενάριο αυτό, οι χρηματοδοτικές ανάγκες προβλέπονται στο 16,7% το 2017, ενώ υποχωρούν στο 7,5% το 2021. Στη συνέχεια αυξάνονται και πάλι για να φτάσουν στο 23% το 2055 και το 21,9% του ΑΕΠ το 2060, πάνω από το όριο που θεωρεί βιώσιμο το Eurogroup του Μαΐου του 2015.

Η ανάλυση του περασμένου Ιουνίου προέβλεπε στο βασικό της σενάριο ότι το χρέος θα διαμορφωνόταν στο 174,6% το 2019 και θα υποχωρούσε στο 91,7% το 2060, δηλαδή περίπου 5% του ΑΕΠ χαμηλότερα από την τελευταία έκθεση. Η επιδείνωση είναι κυρίως αποτέλεσμα των επιτοκίων αναχρηματοδότησης που υπολογίζονται τώρα αρκετά υψηλότερα σε σύγκριση με τον Ιούνιο.

Υπάρχουν επίσης δύο δυσμενέστερα σενάρια, το σενάριο Β που προβλέπει χρέος 145,1% του ΑΕΠ το 2060 και το C που προβλέπει έκρηξη στο 244,1% του ΑΕΠ το 2060, καθώς και ένα ευνοϊκότερο, το D που το βλέπει να υποχωρεί στο 79,5% του ΑΕΠ το 2060. Οι παραδοχές για τα επιτόκια αναχρηματοδότησης, τον ρυθμό ανάπτυξης και το πρωτογενές πλεόνασμα είναι οι βασικές παράμετροι που αλλάζουν το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ