ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Το λάδι της χρονιάς

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΩΧΟ

Φωτογραφία: Shutterstock

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

«Πήραμε το λάδι της χρονιάς.» Έτσι λέγανε οι νοικοκυρές χρόνια πριν. Κάποιες το λένε και στην εποχή μας. Τέτοιες μέρες, Ιανουάριο με Φεβρουάριο, ερχόταν το καινούργιο λάδι.

Σταλμένο από το χωριό, για κείνους που, μέτοικοι πρώτης γενιάς στην Αθήνα, είχαν ακόμα δικές τους ελιές και στενούς συγγενείς στον τόπο καταγωγής τους. Εφθανε το λάδι μέσα σε νταμιζάνες μεγάλες των είκοσι και βάλε οκάδων, συνήθως φορτωμένες στο ατμοκίνητο τρένο, όπως κάποτε μου επιβεβαίωσαν τα σκορπισμένα αρχεία ενός εγκαταλελειμμένου σιδηροδρομικού σταθμού στην Αρκαδία· δελτία αποστολής με εγγραφές όπως: «ΣΠΑΠ. Σταθμός Μάναρη. Προορισμός: Σταθμός Αγίων Αναργύρων. Αποστολεύς: Βασίλειος Κολοκοτρώνης. Παραλήπτης: Δημήτριος Σαρρής, Μεγαλοπόλεως 31, Κάτω Λιόσα. Εν Μανάρη, τη 25 Ιανουαρίου 1954.»

Για άλλους, που είχαν τον τρόπο τους, το λάδι ερχόταν παραγγελία από κάποιο μεγάλο ελαιοτριβείο ή από έναν περιφερειακό λαδέμπορο, πληρωμένα «ντάγκα» τα λεφτά, με επαρχιακό φορτηγό, σφραγισμένο σε παλιά μπιτόνια νερού ή βενζίνης, με ανάγλυφο το «x» της στερεότητας, από τα χιλιάδες που είχαν φτάσει μαζί με τα τζιπ, ως κύμα αχρήστου (μετα)πολεμικού υλικού από το μέτωπο της Βορείου Αφρικής ή είχαν ξεμείνει στη χώρα όλη, για να μας θυμίζουν εκείνους που κάποτε «ήρθαν ντυμένοι φίλοι». Όσοι δεν είχαν πια γερές ρίζες στην περιφέρεια ή δεν προέρχονταν από ελαιοπαραγωγό περιοχή, αλλά «το φύσαγαν το παραδάκι», το λάδι τους το έφερνε, σε μεταλλικά δοχεία, «το Παιδί» από το μπακάλικο της συνοικίας, όπως ήταν εκείνο το μεγαλομπακάλικο της οδού Αδριανού στην Πλάκα, το «Εύωνον» του «σπανού», με τα θηριώδη ντεπόζιτά του, που έφθαναν ώς το ψηλό ταβάνι, με τις ταμπέλες να γράφουν «Οξύτης 0, δραχμαί 15.300 η οκά. Οξύτης 0-1, δραχμαί 14.000...»

Άλλοι πάλι το λάδι της χρονιάς το αναζητούσαν μέσω της στήλης «Μικραί αγγελίαι», όπως αυτή του 1951: «Αγουρέλαιον Καλαμών - Μάνης εξαιρετικής ποιότητος, άνευ οξύτητος, εις την φυσικήν του κατάστασιν, αγνόν 100%, με εγγύησιν, παραδίδεται κατ’ οίκον εις δοχεία. Κατάλληλον διά σαλάτες, φαγητόν και πάσχοντας από χολήν, σηκώτι κ.λπ...» Βεβαίως χωρίς καμία πραγματική εγγύηση ότι δεν θα περιείχε ακόμα και ζωικά λίπη· «γουρουνέλαια» τα έλεγαν οι ατσίδες της αγοράς.

Φαίνεται όμως πως υπήρχαν και πλανόδιοι πωλητές, όπως οι μικροαπατεώνες στην ταινία «Οι παπατζήδες» (1954) όπου ο Νίκος Ρίζος, ο Νίκος Σταυρίδης και ο Πέτρος Γιαννακός ή Κοκοβιός προσπαθούσαν να πασάρουν σε αφελείς έναν ντενεκέ γιομάτο νερό και μόνον δυο δάχτυλα λάδι να επιπλέουν. Αλλά συχνά πυκνά, τα ελαιόλαδα που πωλούσαν οι επιτήδειοι παραγωγοί, έμποροι και κατεργάρηδες του ποδαριού ήσαν ανακατεμένα με σπορέλαια, πυρηνέλαια ή –στην καλύτερη των περιπτώσεων– με ελαιόλαδο υψηλής οξύτητας. Για τον λόγο αυτόν, ήδη προ ογδοηκονταετίας, τον Δεκέμβριο του 1927, με απόφαση της ολομελείας του Υπουργικού Συμβουλίου «από της 1ης Φεβρουαρίου 1928 απαγορεύεται απολύτως εις τους παραγωγούς, εμπόρους και οιουσδήποτε επαγγελματίας η ανάμειξις ελαιολάδου, ήτοι προϊόντος της ελαίας, προς σπορέλαια και πάσης φύσεως τεχνικά έλαια, ως και προς ξένας ουσίας».

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ